THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

 

Κοινωνικές αλλαγές και η νοσταλγία του παλιού

 

Toυ Χρήστου Φίφη

Drymon9@gmail.com

ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ

 

Αύγουστος 2016

Οι Αυστραλιανές εκλογές της 2 Ιουλίου 2016 έφεραν στην καθημερινή συζήτηση, από τα δυο μεγαλύτερα κόμματα εξουσίας, διάφορες όψεις της σημερινής αυστραλιανής κοινωνίας αλλά άλλες αγνοήθηκαν. Στις συζητήσεις γίνηκε φανερή η αυξανόμενη οικονομική ανισότητα μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών στρωμάτων. Οι πλούσιοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη μείωση της φορολογίας των υψηλών εισοδημάτων και των κερδών των εταιριών καθώς και τη μη φορολόγηση των υψηλών ποσών εφάπαξ. Οι χαμηλότερες οικονομικά τάξεις δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα καθημερινά προβλήματα διαβίωσης: στην απασχόληση, στα ζητήματα υγείας και μεντικέιρ, στην εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα.

 

Βεβαίως τη συζήτηση αυτή θα πρέπει να την κοιτάζουμε κριτικά. Τα δυο μεγαλύτερα κόμματα δεν αφιέρωσαν πολλή συζήτηση για τα ζητήματα συντάξεων των ηλικιωμένων που δεν έχουν εφάπαξ ή άλλους πόρους, ούτε για τα προβλήματα απόκτησης στέγης που αντιμετωπίζουν οι άστεγοι και ιδιαίτερα οι νέοι και οι νέοι μετανάστες. Ο κ. Τέρνμπουλ απάντησε σε κάποιον που του ανέφερε το πρόβλημα που έχουν τα παιδιά του ν αγοράσουν δικό τους σπίτι ότι θα μπορούσε ο ίδιος να τα βοηθήσει να κάνουν την αρχή. Πόσοι γονείς, όμως, είναι σε θέση να κάνουν κάτι τετοιο;

 

΄Ενα φανερό λάθος του πρωθυπουργού κ. Τέρνμπουλ ήταν η απόφασή του για διπλή διάλυση της Βουλής και Γερουσίας. Αυτό έκανε διπλάσιες τις διαθέσιμες θέσεις της Γερουσίας και πιο εύκολο σε μικρά κόμματα και μικρές ομάδες να διεκδικήσουν θέσεις στη Γερουσία από ό,τι θα γινόταν αν οι διαθέσιμες έδρες ήταν οι μισές. Αυτό έκανε εύκολο και για την αρχηγό του ακραίου εθνικιστικού κόμματος του Ενός ΄Εθνους Πολίν Χάνσον να επιτύχει σημαντικά κέρδη στη νέα Γερουσία με την εκλογή δύο ή περισσότερων γερουσιαστών και την επάνοδό της στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια. Ο κ. Τέρνμπουλ φαίνεται να ήταν τρομερά αισιόδοξος για το αποτέλεσμα, αλλά περισσότεροι ψηφοφόροι στράφηκαν εναντίον του Συνασπισμού, από ό,τι στις προηγούμενες εκλογές. Μόλις και μετά βίας ο Συνασπισμός Φιλελευθέρων-Εθνικών συγκέντρωσε μια απλή πλειοψηφία στη Βουλή, ενώ στη Γερουσία τα πράγματα έγιναν χειρότερα για την κυβέρνησή του από ό,τι ήταν πριν τις εκλογές, ή θα ήταν, αν οι εκλογές γίνονταν για τη μισή Γερουσία. Απομένει να διαπιστωθεί κατά πόσο η νέα κυβέρνηση Τέρνμπουλ θα είναι σε θέση να πείθει τους Γερουσιαστές των μικρών ομάδων να ψηφίζουν τα νομοσχέδιά της, η χώρα να μπορεί να κυβερνάται ή τα πράγματα θα οδηγήσουν σε αδιέξοδο και απόφαση για νέες πρόωρες εκλογές.

 

Μερικοί διερωτώνται τι ήταν αυτό που έδωσε την ευκαιρία στην επάνοδο της Πολίν Χάνσον στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο. Είναι η εμμονή της στις ακροδεξιές θέσεις της όσον αφορά το μεταναστευτικό και τις αντιπολυπολιτιστικές της πολιτικές που στην αρχή, το 1996, ήταν εναντίον των Ιθαγενών, μετά εναντίον των Ασιατών και τώρα εναντίον των Μουσουλμάνων; Και γιατί αρκετοί Αυστραλοί ψηφοφόροι ήταν πρόθυμοι να την ακούσουν, να ακολουθήσουν τα συνθήματα φανατισμού της και να την ψηφίσουν; Ο Tony Wright, σε ένα του άρθρο στην εφημερίδα της Μελβούρνης "The Age" (5/7/2016), το αποδίδει στο φόβο και την αβεβαιότητα αρκετών ψηφοφόρων για τις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και τη νοσταλγία τους για μια παρελθούσα χρυσή εποχή. Η Χάνσον εκμεταλλεύεται αυτή τη νοσταλγία για να χτίσει μια πολιτική μίσους και φανατισμού. ΄Οταν ήταν σε νεαρή ηλικία, λέει η Χάνσον, η Αυστραλία είχε 13 εκατομύρια πληθυσμό και είχαμε δουλειά για όλους, είμασταν ένα ευημερούν έθνος με βιομηχανίες, με εργοστάσια αλλά καθώς περνούν τα χρόνια όλο και πιο πολλές βιομηχανίες και εργοστάσια κλείνουν.

 

Αυτή είναι η φωνή, γράφει ο Τόνι Ράιτ, που εύκολα την ακούν πολλοί Αυστραλοί που νοσταλγούν τις παλιές καλές ημέρες και που απεχθάνονται και φοβούνται το παρόν, έστω και αν στην πραγματικότητα τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ρόδινα τότε. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν τις κοινωνικές αλλαγές και τι συνέβηκε στην Αυστραλία που τότε ζούσε μια χρυσή εποχή. Στην ουσία η Χάνσον μιλάει για μια μυθική, όχι για μια πραγματική περίοδο της ζωής της Αυστραλίας και μεταχειρίζεται τη νοσταλγία για να δημιουργήσει φόβο, μίσος και φανατισμό. Το ίδιο, λέει ο Ράιτ, κάνουν και ο Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, και οι ηγέτες του Μπρέξιτ στη Βρετανία.

 

Ωστόσο, την τελευταία φορά που η Χάνσον ήταν στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο ήταν την περίοδο 1996-98 και τότε ο στόχος της ήταν οι Ασιάτες που πλημμύριζαν την Αυστραλία. Τώρα που επιστρέφει, η απειλή που βλέπει είναι οι Μουσουλμάνοι. Ο κοινός συνδετικός κρίκος και στη δυο περιπτώσεις είναι οι ξένοι και ο πολυπολιτισμός που, κατ αυτή, απειλούν και καταστρέφουν τον Αυστραλιανό τρόπο ζωής και πολιτισμό. Αυτοί οι Ασιάτες και οι Μουσουλμάνοι, που καλύπτονται πίσω από τον νόμο κατά των διακρίσεων, ισχυρίζεται η Χάνσον, παίρνουν τις δουλειές των Αυστραλών, πλημμυρίζουν τα προάστια των αυστραλιανών μεγαλοπόλεων και δημιουργούν πιέσεις στην εξεύρεση στέγης, στα νοσοκομεία, τα σχολεία, τις ανάγκες ύδρευσης και αποχέτευσης. Και διαμαρτύρεται η κυρία Χάνσον ότι τα μέσα ενημέρωσης και οι αντίπαλοί της τής ασκούν κριτική που θέλει να φέρει όλα αυτά τα ζητήματα στο Κοινοβούλιο.

 

Δεν είναι ακριβώς έτσι, γράφει ο Τόνι Ράιτ. Η κριτική στη Χάνσον αφορά την προσπάθειά της με ανακρίβειες και συναισθηματική γλώσσα να δημιουργήσει φοβίες και μίσος για τον άλλο, για το διαφορετικό. Την τελευταία φορά που η Αυστραλία είχε πληθυσμό 13 εκατομυρίων, λέει ο Ράιτ, ήταν το 1971 όταν η Πολίν Χάνσον ήταν 17 ετών, αφού είχε γεννηθεί το 1954. ΄Ηταν το 1971 η Αυστραλία σε μια καλύτερη περίοδο από ό,τι είναι τώρα; Για τη Χάνσον οπωσδήποτε ήταν πολύ πιο δύσκολη, από ό,τι σήμερα, αφού από τα 12 της χρόνια δούλευε στο μαγαζί Φις αντ τσιπς των γονιών της, άφησε το σχολείο όταν ήταν 15, στα 16 της παντρεύτηκε έναν Πολωνό πρόσφυγα και όταν χώρισε στα 21 της, είχε ήδη δυο παιδιά.

 

Η Αυστραλία τότε μπορεί να είχε βιομηχανίες και εργοστάσια αλλά τα διατηρούσε με υψηλούς τελωνιακούς δασμούς και με το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό. Οι υψηλοί εισαγωγικοί δασμοί έκαναν όλα τα προϊόντα (εισαγώμενα και εγχώρια) πολύ ακριβότερα. Μόνο το 3.8% του Αυστραλιανού πληθυσμού είχε τότε πανεπιστημιακές σπουδές και δεν υπήρχαν επιδόματα για τις χωρισμένες μητέρες με παιδιά Τα χρόνια ήταν σκληρότερα τότε, και για τη Χάνσον και τον εργαζόμενο στα εργοστάσια πληθυσμό. Αλλά και σήμερα, όμως, τα πράγματα δεν είναι εύκολα, ο πληθυσμός αντιμετωπίζει διαφορετικές δυσκολίες. Ωστόσο η Χάνσον μπορεί εύκολα να παραπλανά πολύ κόσμο επιδιώκοντας τη δημιουργία φόβου και καμουφλάροντας αυτό ως νοσταλγία και πατριωτισμό.

 

Δεν είναι, όμως, μόνο η Πολίν Χάνσον που αναφέρεται σε ένα μυθικό παρελθόν. Πολλές φορές εμείς οι ίδιοι πέφτουμε σε τέτοιες παγίδες και γι αυτό, όπως είπα στην αρχή, θα πρέπει να εξετάζουμε τα ζητήματα κριτικά, από όλες τις πλευρές τους και όλα τα δεδομένα. Για παράδειγμα σήμερα πολλοί στην Ελλάδα νοσταλγούν την περίοδο της δραχμής αλλά ξεχνούν την τότε μιζέρια και τις αιτίες που οδήγησαν στη μαζική μετανάστευση των δεκαετιών του 1950 και 1960. Πολλοί νοσταλγούν τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στην Αυστραλία αλλά ξεχνούν και τις τότε συνθήκες σε εργασίες όπως τα χυτήρια, το Γκλας φάκτορι, την έλλειψη στέγης, την ανάγκη για οικονομίες που έκανε πολλές οικογένειες να μένουν 10 και 12 άτομα μαζί σε ένα μικρό σπίτι στα εσωτερικά προάστια των μεγαλοπόλεων. Στα εσωτερικά προάστια για να είναι κοντά στις τότε βιομηχανίες και εργοστάσια. Οι συνθήκες στα σχολεία ήταν οδυνηρές με μεγάλες τάξεις, έλλειψη δασκάλων και αιθουσών και στα πανεπιστήμια πήγαιναν όσοι είχαν να πληρώνουν δίδακτρα. Προσωπικά θυμάμαι για πέντε χρόνια πήγαινα παρτ τάιμ στο πανεπιστήμιο εργαζόμενος για να ανταπεξέρχουμαι με τα δίδακτρα. ΄Οταν είχα ήδη τελειώσει το πρωτο μου πτυχίο ήρθε ο Ουίτλαμ που κατάργησε τα δίδακτρα.

 

Αργότερα τα δίδακτρα επανήλθαν και σήμερα ένας νέος χρειάζεται να δουλεύει χρόνια για να ξεχρεώσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 μπορούσε σχεδόν εύκολα κάποος να αγοράσει ένα πρώτο μικρό σπίτι όταν είχε κάνει κάποιες οικονομίες. Πολλοί έλληνες λόγω του ότι ήταν μετανάστες και είχαν γνωρίσει τη στέρηση έκαναν οικονομίες και αγόραζαν το πρώτο σπίτι τους ενώ πολλοί παλιοί αυστραλοί της εργατικής τάξης που δεν είχαν γνωρίσει στέρηση δεν έβλεπαν το λόγο για οικονομίες και αγορές σπιτιών.

 

Σήμερα, στην Αυστραλία των 24 εκατομυρίων, οι νέοι, εκτός από τις δυσκολίες με τα χρέη για τις σπουδές τους, το βρίσκουν σχεδόν αδύνατο ν αγοράσουν το δικό τους σπίτι, χωρίς κάποια άλλη υπστήριξη. Πολλή λίγη συζήτηση έγινε, από τα δυο μεγάλα κόμματα, γι αυτά τα προβλήματα στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Υπήρχαν λοιπόν δυσκολίες και στις δεκαετίες του 1960 και 1970 αλλά και σήμερα υπάρχουν διαφορετικές δυσκολίες. Θα ήταν ευπρόσδεκτες επιστολές αναγνωστών με τις γνώμες τους, για όλα αυτά τα ζητήματα.

* (Ο Δρ Χρήστος Ν. Φίφης είναι επίτιμος ερευνητής στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου La Trobe).

 

http://www.greektribune.com.au/greek.htm

Παροικιακό Βήμα

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved