THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

 

Μια συνέντευξη με τον Leonard Janiszewski

Η Ιστορία των Ελληνικών Κάφε

και Μιλκ Μπαρ στηνΑυστραλία

Toυ Χρήστου Φίφη

Drymon9@gmail.com

ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ

 

Σεπτέμβριος 2016

Στις 10/8/2016 δόθηκε στην αίθουσα της Κοινότητας της Μελβούρνης από τον Leonard Janiszewski και τη σύζυγό του ΄Εφη Αλεξάκη μια διάλεξη για την ιστορία των ελληνικών κάφε και Μιλκ Μπαρ στην Αυστραλία, στα πλαίσια της παρουσίασης του νέου βιβλίου τους «Greek Cafes and Milk Bars of Australia". Ο Λεονάρντ είναι κοινωνικός ιστορικός και η ΄Εφη φωτογράφος ερευνητικών ιστορικών θεμάτων στο πανεπιστήμιο Macquarie του Σίδνεϊ. Η ιστορία των ελληνικών κάφε και μιλκ μπαρ είναι μέρος της έρευνάς τους για περισσότερα από 30 χρόνια.

 

Σύμφωνα με την ομιλία και το βιβλίο τα ελληνικά κάφε και μιλκ μπαρ στην Αυστραλία έπαιξαν, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, σημαντικό ρόλο και συνέβαλαν ν’ αλλάξουν τις προτιμούμενες γεύσεις και τη λαϊκή κουλτούρα της Αυστραλίας από αγγλοκελτική σε αμερικανική.

 

Να πούμε εδώ ότι τα κάφε δεν είναι τα γνωστά ευρωπαϊκά καφέ, ήταν καφεστιατόρια που σέρβιραν μεταξύ των άλλων μπριζόλες και κοτολέτες με αυγά. Επίσης, ν’ αναφέρουμε ότι οι ΄Ελληνες επιχειρηματίες έπαιξαν ζωτικό ρόλο στην οργάνωση της ελληνοαυστραλιανής παροικίας, στην ίδρυση των πρώτων ελληνικών Κοινοτήτων και άλλων παροικιακών σωμετείων. Επιχειρηματίες ήταν τα πρώτα άτομα που ίδρυσαν τις δυο πρώτες Κοινότητες το 1897 στη Μελβούρνη και το Σίδνεϊ το 1898 και πολλά από τα κατοπινά σωματεία. Σχεδόν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960 η πλειοψηφία μελών των Διοικητικών Συμβουλίων πολλών παροικιακών οργανώσεων αποτελούνταν από μικρούς ή μέσους επιχειρηματίες που αφιέρωναν χρόνο, χρήματα και προσπάθεια για την επιτυχία των εκδηλώσεων και την προώθηση των σκοπών των σωματείων.

 

Τα μαγαζιά, λοιπόν, αυτά και οι ιδιοκτήτες τους βοήθησαν να διαμορφώσουν την παροικία αλλά και να αναδιαμορφώσουν σημαντικά την κοινωνία της Αυστραλίας. Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, τη συνέντευξη του Leonard Janiszeski που εξηγεί το ρόλο και την εξέλιξη αυτών των ελληνικών καταστημάτων στην Αυστραλία:

 

Λεονάρντ, πώς άρχισατε αυτή την εργασία για τα Ελληνικά καταστήματα;

 

Αρχίσαμε το 1983. Η ΄Εφη ασχολούνταν με τη φωτογράφιση καταστημάτων και εγώ ενδιαφερόμουν για την κοινωνική ιστορία τους και την εξέλιξή τους. Τα καταστήματα ελληνικής ιδιοκτησίας στην Αυστραλία είχαν αρχίσει πριν το τέλος του 19ου αιώνα. Πωλούσαν στρείδια και θαλασσινά με αλκοολικά ποτά. Στη δεκαετία του 1910 άρχισαν μερικά πρώτα χαρακτηριστικά της αμερικανικής κουλτούρας να υιοθετούνται από τα ελληνικά καταστήματα όπως τα αναψυκτήρια σόδας, προϊόντα παγωτών με φρούτο και σιρόπι. Μερικοί καταστηματάρχες ήρθαν στην Αυστραλία από τις ΗΠΑ, άλλοι επισκέπτονταν εκεί συγγενείς και έφερναν στην Αυστραλία νέες ιδέες. Ακόμη και ονόματα καταστημάτων έρχονταν από την Αμερική, (π. χ, Astoria, Niagara, κλπ.) και υιοθετούσαν την αμερικανική ορθογραφία.

 

Βρήκατε καθόλου βοήθεια από το βιβλίο «Η Ζωή εν Αυστραλία» που δημοσιεύτηκε το 1916; Πιστεύετε ότι οι πληροφορίες του στηρίζουν τις απόψεις σας για τα ελληνικά καταστήματα;

 

Ασφαλώς. Το βιβλίο «Η Ζωή εν Αυστραλία» μας βοήθησε πολύ όταν αρχίσαμε την έρευνά μας. Αν και οι Κυθήριοι αριθμητικά κυριαρχούν στο βιβλίο – η έκδοση του βιβλίου χρηματοδοτήθηκε από τον πρωτοπόρο Κυθήριο ιδιοκτήτη εστιατορίων Τζον Δ. Κόμινο –παρουσιάζονται ιδιοκτήτες από πολλές ελληνικές περιοχές. Το βιβλίο επικεντρώθηκε στην παρουσίαση των επιτυχών ιδιοκτητών καταστημάτων διατροφής και τα περισσότερα από τα 10.000 αντίτυπα που εκτυπώθηκαν στάλθηκαν στην Ελλάδα για προσέλκυση περισσότερων (ελλήνων) μεταναστών στην Αυστραλία. Παρόμοια βιβλία, την περίοδο εκείνη, εμφανίστηκαν και στην Αμερική. Το βιβλίο δίνει ενδείξεις για αλλαγές από τα «Βρετανικού τύπου εστιατόρια ελληνικής ιδιοκτησίας που σέρβιραν στρείδια σε «Αμερικανικού τύπου» αναψυκτήρια που σερβίριζαν σόδα, παγωτά φρούτου με σιρόπι και γλυκίσματα. Για παράδειγμα, το βιβλίο δείχνει ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1910, οι Παναγιώτης και Κωνσταντίνος Σούλος (Πανόπουλος) και ο ΄Ανθονι Λουϊζον (Λοίζος/Ηλιόπουλος) είχαν ιδρύσει πέντε καταστήματα στο Σίδνεϊ με την επωνυμία "Anglo-American Company". Ένα χαρακτηριστικό των καταστημάτων αυτών ήταν η αμερικανικού τύπου «αναψυκτηριακή συσκευή σόδας» που ήταν τοποθετημένη στον πάγκο μπροστά από τον σερβιριζόμενο πελάτη, και σ’ αυτό οφείλεται και η ονομασία της εταιρίας. Στο βιβλίο υπάρχουν επίσης διαφημίσεις για αναψυκτηριακές συσκευές σόδας.

 

Ποιές ήταν οι εξελίξεις στη δεκαετία του 1930;

 

Η δεκαετία του 1930 είδε τη γέννηση του «Αμερικανικού τύπου» μιλκ μπαρ. Ο Μικ ΄Ανταμς (Ιωακείμ Ταυλαρίδης), ένας έλληνας μετανάστης από τη Θράκη, επηρεασμένος κυρίως από το αμερικανικού τύπου φαρμακείο που πωλούσε στην Αμερική και αναψυκτικά (αναψυκτήριο σόδας) δημιούργησε στο Σίδνεϊ το 1932 το μιλκ μπαρ. Το ονόμασε Black and White 4d Milk Bar, και άνοιξε στο 24 Martin Place, στο Σίδνεϊ. Ο Ανταμς είχε ταξιδέψει το 1929/30 στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις ΗΠΑ είδε με τα μάτια του το φαρμακείο-αναψυκτήριο σόδας. Ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει μια συσκευή σόδας σε κατάστημα ζαχαροπλαστείου στο Haymarket του Σίδνεϊ. Στην Αμερική ο ΄Ανταμς εντυπωσιάστηκε από την επικέντρωση του αναψυκτηρίου σόδας στη γρήγορη εξυπηρέτηση όρθιων πελατών σε αντίθεση με αυτούς που κάθονταν σε τραπεζάκια, και τη χρήση ηλεκτρικών αναμικτών για τη γρήγορη και εύκολη δημιουργία γαλακτικών ποτών. Το γρήγορο σερβίρισμα χτυπημένου και αρωματισμένου κρύου γάλατος (Milk shakes) σε όρθιους πελάτες έγινε το επιτυχές νέο εμπορικό προϊόν που ήταν το θεμέλιο της έννοιας του μιλκ μπαρ. Την πρώτη ημέρα του ανοίγματος το μιλκ μπαρ του ΄Ανταμς εξυπηρέτησε 5.000 πελάτες (Μιλκσιέικς) και εξυπηρετούσε περίπου 27000 πελάτες την εβδομάδα. Μέχρι το τέλος του 1937 υπήρχαν 4.000 μιλκ μπαρ στην Αυστραλία. ΄Εγινε ένας νέος τύπος διεθνούς καταστήματος. Τα ελληνικά κάφε και μιλκ μπαρ χαρακτηρίστηκαν από τύπους αμερικανικής αρχιτεκτονικής. Πολλά από αυτά τα κάφε και μιλκ μπαρ τοποθετήθηκαν επίσης μαζί με αίθουσες κινηματογράφων, τονίζοντας τη σχέση τροφής και φαντασίας.

 

Ποιά νέα δεδομένα εισάγονται στη δεκαετία του 1940;

 

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1940 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 όλο και περισσότερα κάφε και μιλκ μπαρ εισήγαγαν τα αυτόματα κερματοδόχα ηλεκτρόφωνα (τζιούμποξ). Η τάση είχε αρχικά αρχίσει στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου από αμερικανούς στρατιώτες που βρίσκονταν σε άδεια και αναζητούσαν γνωστούς τους τρόπους διασκέδασης. Πραγματικά, το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό προσελκούνταν στα ελληνικά κάφε και μιλκ μπαρ εξαιτίας των αμερικανικών τους στοιχείων – αυτά τα καταστήματα φαγητού ήταν για τους αμερικανούς στρατιωτικούς το γνωστό τους σπίτι μακριά απ’ την πατρίδα τους. Η αμερικάνικη και η αγγλική λαϊκή μουσική ακουγόταν στα ελληνικά κάφε και μιλκ μπαρ της Αυστραλίας πολύ πριν η μουσική αυτή να γίνει ευρέως αποδεχτή από το Αυστραλιανό ραδιόφωνο. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 πρόβαλε η γενιά του ροκ εντ ρολ.

 

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 οι "αμερικάνικες χάμπερκερ" –μπιφτέκι από κιμά- άρχισαν να γίνονται δημοφιλείς στα ελληνικά καταστήματα. ΄Ηταν ένα προϊόν που αρχικά αναπτύχθηκε από Γερμανο-Εβραίους μετανάστες στην Αμερική, διαδόθηκε στα ελληνικά καταστήματα της Αμερικής και από εκεί στα ελληνικά καταστήματα της Αυστραλίας. Ο Τζιμ Τσακούσης από το Aussie Cafι του Parkes στη ΝΝΟ, για παράδειγμα, πρόσφερνε επιπλέον μια ΄σπέσιαλ αμερικανική χάμπερκερ’ σ’ αυτούς που προτιμούσαν το παραδοσιακό Βρετανοαυστραλιανό του φαγητό «Σπέσιαλ Γκριλ».

 

Ποιές ήταν οι σημαντικές αλλαγές στις δεκαετίες του 1960 και 1970;

 

Οι Αμερικανικές πολυεθνικές του γρήγορου φαγητού άρχισαν να εκτοπίζουν τα οικογενειακά ελληνικά κάφε και μιλκ μπαρ - άρχισαν να εμφανίζονται καταστήματα όπου ο πελάτης έπαιρνε μαζί του το φαγητό που αγόραζε αντί να κάθεται στο τραπέζι. Τα περισσότερα ελληνικά κάφε και μιλκ μπαρ αναγκάστηκαν να αλλάξουν σε καταστήματα που ο πελάτης έπαιρνε μαζί του το φαγητό του ή σε μικτά καταστήματα γιατί διαφορετικά θα τα έχαναν όλα. ΄Αλλοι παράγοντες επίσης συνέβαλαν στην παρακμή: η πρόκληση της τηλεόρασης για τον κινηματογράφο∙ ο αντίχτυπος της ελάττωσης του πληθυσμού των αγροτικών περιοχών∙ το πέρασμα των μεγάλων δρόμων ταχείας κυκλοφορίας έξω από τις επαρχιακές κωμοπόλεις∙ Πάνω σε αυτούς τους νέους δρόμους χτίζονταν πρατήρια καυσίμων που πρόσφεραν στην πελατεία τους καύσιμα και φαγητό∙ η ανάπτυξη των σουπερμάρκετ και μικρών υπεραγορών που πρόσφεραν πακεταρισμένα παγωτά, σοκολάτες, εμφιαλωμένο αρωματισμένο γάλα και αεριούχα ποτά∙ φαγητά σερβιριζόμενα στο τραπέζι στις μπιραρίες και τις λέσχες∙ και η εμφάνιση μιας πληθώρας νέων καταστημάτων που πρόσφεραν μια ποικιλία από τοπικές και διεθνείς κουζίνες. Επίσης μια μεγαλύτερη ποικιλία επαγγελματικών επιλογών για τα σπουδασμένα πιδιά της αυστραλογεννημένης γενιάς συνέβαλε στη σταδιακή εξαφάνιση των παλιών οικογενειακών επιχειρήσεων.

 

Μια διαφορετική πλευρά του παραδοσιακού ελληνικού καταστήματος στην Αυστραλία ήταν η «εκμετάλλευση της εργασίας». Οι Χιου Γκιλχριστ και ο Αλέκος Δούκας κάνουν κάποιες αναφορές σε αυτό. Ποιά είναι η άποψή σου;

 

Εντάσεις μεταξύ ελλήνων, που πήγαζαν από την εκμετάλλευση της εργασίας στον τομέα καταστημάτων παρασκευής φαγητών ασφαλώς υπήρχαν. Νεαρά ελληνόπουλα (μεταξύ των 10 και 18 ετών) τα έφερναν από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα για να εργαστούν σε κάφε με δουλοπαρικές συνθήκες. Τα εισιτήριά τους πληρώνονταν από τους ιδιοκτήτες των κάφε με τον όρο ότι θα ξεπλήρωναν το δημιουργούμενο χρέος τους με την εργασία τους για τον ιδιοκτήτη. Αυτό άφηνε μερικούς στην ανοιχτή εκμετάλλευση, εξαρτούνταν από τη νοοτροπία του ιδιοκτήτη. Ακόμη, από το 1905 η εφημερίδα Truth της Δυτικής Αυστραλίας αποκάλεσε το σύστημα «σύμβαση δουλείας» και έγραψε ότι οι "Κοινοπολιτειακές αρχές όφειλαν και έπρεπε να το διερευνήσουν αυτό το θέμα πλήρως". Στην Αμερική, επίσης, νεαρά ελληνόπουλα υπέφεραν εκμετάλλευση από ιδιοκτήτες επιχειρήσεων φαγητού με παρόμοια συστήματα εκμετάλλευσης μέσω χρεών για τα μεταναστευτικά ναύλα.

 

(Ο Δρ Χρήστος Ν. Φίφης είναι επίτιμος ερευνητής στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου La Trobe)

 

http://www.greektribune.com.au/greek.htm

Παροικιακό Βήμα

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT © 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved