THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ 1924-1981

ΜΕΡΟΣ Ι

 

Απρίλιος 2011

 

Γράφει: Γιώργος Μητρόπουλος

 

Μετά την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας στις όχθες της Ιωνίας, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις τέθηκαν σε νέα βάση. Η νέα τουρκική δημοκρατία δεν ακολούθησε γραμμική πολιτική ειρηνικής συμβίωσης με τη γείτονα Ελλάδα. Η κορύφωση της κρίσης στις σχέσεις τους πραγματοποιήθηκε στη δεκαετία του 1970. Έκτοτε τα προβλήματα που τέθηκαν τότε, άλλοτε αναδύονται έντονα και άλλοτε ηρεμούν, παραμένουν όμως άλυτα  μέχρι τις μέρες μας. Η ανάλυση που ακολουθεί ρίχνει φως σε αυτές τις αιτίες.       

Λίγα χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή1, η αμοιβαία απεμπόληση κάθε εδαφικής διεκδίκησης από τους ηγέτες Ελευθέριο Βενιζέλο και Κεμάλ Ατατούρκ οδήγησε στην απόφαση των δύο χωρών να συμπήξουν μονιμότερους δεσμούς φιλίας και αλληλεγγύης. Η φυσική όμως απουσία του Κεμάλ τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετέβαλε την αρχική αισιοδοξία. Η γείτονα χώρα ακολούθησε καιροσκοπική πολιτική εναντίον των Ελλήνων που ζούσαν στα εδάφη της κατά τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής. Παράλληλα, επέδειξε επεκτατικές βλέψεις σε βάρος του ελλαδικού εδαφικού χώρου2.

Μεταπολεμικά, η ένταξη των δύο χωρών στο Δυτικό μπλοκ φάνηκε να μετριάζει τις επεκτατικές τάσεις της γείτονος. Όμως, παρά τους επιφανειακά άριστους οιωνούς, το εποικοδόμημα της ελληνοτουρκικής φιλίας δεν είχε στέρεες βάσεις. Η ανάδυση του κυπριακού τη δεκαετία του 1950 έφερε ξανά στην επιφάνεια όλες τις εγγενείς αδυναμίες των ελληνοτουρκικών σχέσεων: μειονοτικό, ομογένεια, Πατριαρχείο. Ωστόσο ούτε οι κλυδωνισμοί με αφορμή το Κυπριακό, ούτε οι διώξεις των ομογενών της Πόλης μετά τα γεγονότα του 1955 δεν κλόνισαν την προσήλωση της ελληνικής ηγεσίας στην ελληνοτουρκική φιλία.

Η προηγούμενη άμπωτη μετατράπηκε σε ορμητική παλίρροια τη δεκαετία του 1970. Η διεθνή συγκυρία στο διάστημα αυτό κατέστη ευνοϊκή για τις επεκτατικές τάσεις της Άγκυρας. Το πρώτο βήμα ήταν η ύφεση στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων. Ορόσημο γι αυτό ήταν η υπογραφή των συμφωνιών, SALT-1 (1972) και  SALT-2 (1979), για τον περιορισμό των στρατηγικών όπλων.

Μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων SALT οι ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις παρακολούθησης στην Τουρκία απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για τον έλεγχο των συμφωνιών3. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 50% των αμερικανικών πληροφοριών ηλεκτρονικής παρακολούθησης της ΕΣΣΔ συλλέγονταν από εγκαταστάσεις των ΗΠΑ στην Τουρκία4. Παράλληλα με τα προηγούμενα, η  απομάκρυνση του κινδύνου ενός παγκόσμιου πολέμου οδήγησε στη χαλάρωση της συνοχής στους κόλπους των δύο συνασπισμών. Στο πλαίσιο αυτής της συγκυρίας  σημειώθηκε η κορύφωση της ελληνοτουρκικής κρίσης.

Η εύρεση το 1972 πετρελαίου στο βυθό της Θάσου, άλλαξε δραστικά τη μέχρι τότε στάση της Άγκυρας5. Τον επόμενο χρόνο εγκαινιάστηκαν μια σειρά  διεκδικήσεων πάνω στο εναέριο και θαλάσσιο καθεστώς του Αιγαίου. Η ένταση θα αγγίξει το κορυφαίο σημείο της κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Η άφρονος επέμβαση της δικτατορίας για την ανατροπή του Μακαρίου  οδήγησε την Τουρκία στην απόφαση της επέμβασης με τη δικαιολογία υπεράσπισης της τουρκοκυπριακής μειονότητας.

Ωστόσο, η αποκατάσταση της νομιμότητας με την τοποθέτηση του Γλαύκου Κληρίδη ως νόμιμου αναπληρωτή του Μακάριου αλλά και η αποκατάσταση της ελληνικής δημοκρατίας αφαίρεσαν κάθε δικαιολογία για την παράταση της στρατιωτικής κατοχής. Μολαταύτα όχι μόνο η Άγκυρα δεν συγκατάνευσε να αποσύρει τα στρατεύματά της, αλλά εν μέσω των ειρηνευτικών συνομιλιών της Γενεύης εξαπέλυσε νέα επίθεση στις 14 Αυγούστου 1974. Το αποτέλεσμα ήταν να καταλάβει το 40% της κυπριακής επικράτειας και να δημιουργήσει ένα προσφυγικό κύμα  χιλιάδων Ελληνοκυπρίων. Η ελληνική πολιτεία ανέτοιμη να αντιμετωπίσει στρατιωτικά την τουρκική εισβολή περιορίστηκε στην αποχώρησή της από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα κατάγγειλε την τουρκική βαρβαρότητα στους διεθνείς οργανισμούς6.

Οι αλλεπάλληλες καταδικαστικές αποφάσεις από τον ΟΗΕ, οι αυστηρές συστάσεις του για την άμεση αποχώρηση του τουρκικού στρατού κατοχής και την έναρξη διαλόγου με σκοπό την εξεύρεση βιώσιμης λύσης, αλλά και την επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους δεν εισακούστηκαν. Αντίθετα, η Άγκυρα προχώρησε στον άμεσο εποικισμό της ζώνης κατοχής, μέτρο που αποσκοπούσε στην οριστική διχοτόμηση.

Στα παραπάνω γεγονότα που αφορούν το Κυπριακό εστιάζεται το ένα σκέλος των ελληνοτουρκικών διαφορών. Η δεύτερη εστία έντασης, σύμφωνα με τη μονόπλευρη άποψη της Άγκυρας, βρίσκεται στο χώρο του Αιγαίου και αφορά την υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα αλλά και όλο το καθεστώς που ίσχυε μέχρι το 1974 στον εναέριο χώρο του Αιγαίου7.

Το θέμα της υφαλοκρηπίδας ανέκυψε το Νοέμβριο του 1973, όταν η Άγκυρα παραχώρησε απροειδοποίητα και με μονομερή πρωτοβουλία περιοχές για διερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων που βρίσκονται μέσα στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Για την παραπάνω διαφορά η ελληνική πλευρά πρότεινε την παραπομπή του θέματος στο Δικαστήριο της Χάγης, ωστόσο η συνάντηση του Τούρκου Πρωθυπουργού Ντεμιρέλ με τον Έλληνα ομόλογό του στις Βρυξέλλες δεν κατέληξε το Μάιο του 1975 σε θετικό αποτέλεσμα8.

Η τουρκική αμφισβήτηση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας έφτασε στην κορύφωσή της το καλοκαίρι του 1976. Τον Αύγουστο, το τουρκικό σεισμογραφικό σκάφος Σισμίκ Ι, πρώην Χόρα, με τρόπο προκλητικό και παράνομο διενέργησε έρευνες στην επίμαχη ζώνη του Αιγαίου, εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Η ένοπλη σύρραξη ανάμεσα στις δύο χώρες αποφεύχθηκε, όμως η Άγκυρα αμφισβήτησε στην πράξη την κυριαρχία της ελληνικής υφαλοκρηπίδας9.

Η αντίδραση της Αθήνας απέναντι στη μεθοδευμένη πρόκληση, εντοπίστηκε στην προσφυγή στα διεθνή όργανα, το Συμβούλιο Ασφαλείας και το Διεθνές Δικαστήριο. Με απόφασή του το Συμβούλιο Ασφαλείας έκρινε ότι οι δύο χώρες έπρεπε να ακολουθήσουν την οδό των ειρηνικών διαπραγματεύσεων για την επίλυση των διαφορών τους και να παίρνουν υπόψη τους τη συμβολή την οποία είναι σε θέση να προσφέρουν τα αρμόδια όργανα, και ιδιαίτερα το Διεθνές Δικαστήριο, στην επίλυση οποιονδήποτε νομικών διαφορών10.  Επιπλέον, η μονομερής ελληνική προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο απορρίφτηκε με το σκεφτικό ότι δεν ήταν βάσιμη η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής, αφού πρώτα θα πρέπει να υπάρξουν διμερείς διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση του συνυποσχετικού και κατόπιν η προσφυγή στο Δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς.

Με την απόρριψη της ελληνικής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο, οι επιλογές για ειρηνική επίλυση περιορίζονταν. Ουσιαστικά δε απέμενε παρά η δυνατότητα των διαπραγματεύσεων, οι οποίες έτσι και αλλιώς συνεχίζονταν από το καλοκαίρι του 1976. Οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν το Δεκέμβριο του 1976 στη Βέρνη. Απόρροιά τους ήταν το Πρακτικό της Βέρνης, ένα διαδικαστικό κείμενο,  με το οποίο οι δύο κυβερνήσεις κατέληξαν με κοινή απόφαση να απέχουν από κάθε ενέργεια ικανή να προκαλέσει ένταση στο χώρο του Αιγαίου και να συνεχίσουν τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για την επίτευξη λύσης.

Μετά από αυτή την εξέλιξη, από το 1977 μέχρι το 1981 υπήρξαν αρκετές συναντήσεις εμπειρογνωμόνων των δύο χωρών για το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Παρά τις συναντήσεις οι διαπραγματεύσεις καρκινοβατούσαν. Οι δύο πλευρές παρέμεναν προσκολλημένες στις αρχικές τους απόψεις και ουσιαστικά καμία πρόοδος δεν παρουσιάστηκε. Το ανομολόγητο αδιέξοδο επικυρώθηκε επίσημα από την κυβερνητική αλλαγή του 1981. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακολουθώντας την κεντρική φιλοσοφία της ότι δεν είχε τίποτα να συζητήσει και δεν επιθυμούσε τίποτα να μεταβληθεί στο status quo Αιγαίου, διέκοψε τις συνομιλίες με την Τουρκία.    

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Από την πλευρά των Τούρκων, η μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) και καταστροφή ονομάζεται Kurtuluş Savaşı, Πόλεμος της Ανεξαρτησίας.  

2. Η Άγκυρα αθετώντας τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει τόσο με το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934 όσο και από την αγγλογαλλοτουρκική συνθήκη συμμαχίας του 1939, υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με τη Γερμανία, τον Ιούλιο του 1941. Επιπλέον, Το Φεβρουάριο του 1942, οι τουρκικές αρχές υιοθετώντας την άποψη των πιο ακραίων σοβινιστικών κύκλων ότι οι υπαίτιοι της άθλιας οικονομικής κατάστασης της χώρας ήταν οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι έμποροι, επέβαλαν με πρόσχημα την πάταξη της κερδοσκοπίας και την αντιμετώπιση των οικονομικών συνθηκών που δημιούργησε ο πόλεμος, έκτακτο φόρο επί της περιουσίας, το φόρο βαρλίκ βεργκισί στις παραπάνω μειονότητες. Μία από τις συνέπειες του νόμου βαρλίκ ήταν να υποστεί δεινό πλήγμα η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, δεδομένου ότι οι Έλληνες αναγκάστηκαν, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, να πληρώσουν 80 εκατ. τουρκικές λίρες από το συνολικό ποσό των 435 εκατ. λιρών. Έτσι, ενώ οι 100.000 περίπου ομογενείς της Κωνσταντινούπολης αποτελούσαν το 0,5% του πληθυσμού της Τουρκίας, πλήρωσαν το 20% του συνολικού φόρου. Χαρακτηριστικό είναι ότι όποιος δεν μπορούσε να πληρώσει το φόρο εκτοπίζονταν στις ανατολικές επαρχίες να δουλέψει σε διατεταγμένες εργασίες του τουρκικού δημοσίου, όπως κατασκευές δρόμων κτλ.  Περισσότερα στο Φαϊκ Οκτέ. Ο ληστρικός νόμος του φόρου περιουσίας των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης (Varlik vergisi). Ηρόδοτος 1998.

3. Γ. Βαληνάκης. Εξωτερική Πολιτική και Εθνική Άμυνα 1974-1987. Παρατηρητής 1987, σελ 54.

4. Γ. Τσιτσόπουλος. Οι Ελληνοτουρκικές Αμυντικές Σχέσεις 1945-1987, σελ 193 στο Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις 1923-1987. Γνώση 1988.

5. Μ. Α. Μπιράντ. Παζαρέματα. Φλώρος 1985, σελ 553.

6. Το 1978 ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ έκανε την εξής δήλωση: Εάν εις την Κύπρο η Ελλάς δεν επολέμησε είτε εις τον Αττίλα 1 είτε εις τον Αττίλα 2 είναι διότι δεν ημπόρεσε να πολεμήσει. Δεν ημπορούσε διότι τα νησιά μας ήταν τελείως εκτεθειμένα και τελείως ανέτοιμα και διότι και ο Έβρος ήτο ανοχύρωτος.  Νομίζω ότι οιοσδήποτε ευρισκόμενος σε υπεύθυνο θέση εκείνη την εποχή αποφάσιζε μια πιο αποτελεσματική υποστήριξη εις την Κύπρο, θα έθετε εις κίνδυνο τα νησιά του Αιγαίου και θα διέπραττε έγκλημα κατά της ακεραιότητα της χώρας στο Σόλωνος Γρηγοριάδη. Ελλάδα - Τουρκία - Κύπρος. Ρίζες χ.χ, σελ 332.     

7. Περισσότερα για τις τουρκικές θέσεις, τα πολιτικά τους αλλά και τα νομικά τους επιχειρήματα στα  Μ. Α. Μπιράντ. Παζαρέματα. Φλώρος 1985, σελ 132-5 και Kemal Başlar. Two facets of the Aegean Sea dispute, in K. Başlar (Ed.). Turkey and international law. Ankara 2001.

8. Χ. Ροζάκης. Το Διεθνές Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου, σελ 284-5 στο Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις 1923-1987. Γνώση 1988. Στην πραγματικότητα το κοινό ανακοινωθέν των δύο Πρωθυπουργών ανέφερε ότι το θέμα της υφαλοκρηπίδας θα παραπέμπονταν για τη λύση του στο Δικαστήριο της Χάγης. Όμως, σταδιακά οι Τούρκοι αθέτησαν την υπόσχεσή τους, αφού κάτι τέτοιο δεν συνέφερε τη γείτονα χώρα. Περισσότερα για την αντίδραση του ΥΠΕΞ Τουρκίας στην απόφαση του Τούρκου Πρωθυπουργού Ντεμιρέλ να εκδικαστεί η υπόθεση στη Χάγη στο Μεχμέτ Αλί Μπιράντ. Παζαρέματα. Φλώρος 1985, σελ 150-1.  

9. Γ. Κιούση. Το Ιστορικό των Τουρκικών Προκλήσεων με αφορμή τα Πετρέλαια του Αιγαίου. Ελευθεροτυπία 21/07/2009. Για την τουρκική άποψη του θέματος, αλλά και για το επεισοδιακό ταξίδι του πλοίου περισσότερα στο Μεχμέτ Αλί Μπιράντ. Παζαρέματα. Φλώρος 1985, σελ 241-267. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και ο λόγος του Ανδρέα Παπανδρέου στην Αλεξανδρούπολη τις μέρες της κρίσης όπου ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναλύει όλο το νομικοπολιτικό καθεστώς και τις ελληνικές θέσεις στο θέμα της υφαλοκρηπίδας και προέτρεψε την κυβέρνηση Καραμανλή να Βυθίσει το Χόρα.  

10. Χ. Ροζάκης. Το Διεθνές Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου, σελ 289 στο Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις 1923-1987. Γνώση 1988.

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved