THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

 

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ 1924-1981

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

 

Μάιος 2011

 

Γράφει: Γιώργος Μητρόπουλος

Η Άγκυρα, εκτός από την υφαλοκρηπίδα, αμφισβητούσε ταυτόχρονα και το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα. Οι διαφαινόμενες αλλαγές σε βασικούς κανόνες του δικαίου της θάλασσας στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ανησύχησαν την Άγκυρα γιατί αντιλαμβάνονταν ότι οι εξελίξεις δεν θα ήταν ευνοϊκές για τα συμφέροντά της. Έτσι, η Τουρκία από το 1973 άρχισε να αντιδρά στο ενδεχόμενο τις επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια, διακηρύσσοντας ως casus belli την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων.

Από την πλευρά της Άγκυρας αυτό δικαιολογούνταν καθώς με την επέκταση ένα μεγάλο τμήμα της θάλασσας και ανάλογο τμήμα του βυθού και του υπεδάφους του Αιγαίου θα περιέλθει στην ελληνική κυριαρχία, κόβοντας έτσι το λαιμό των Τούρκων1. Από τη μεριά της, η Ελλάδα διατήρησε αμετάβλητη τη θέση της ότι είναι πάγιο δικαίωμα της η διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια όπως προβλέπουν οι διεθνείς συνθήκες, όποτε όμως αυτή το έκρινε κατάλληλο2.

Παράλληλα με τα θέματα της υφαλοκρηπίδας και των χωρικών υδάτων, η Άγκυρα επιχείρησε να αμφισβητήσει και όλα τα καθεστώτα που ίσχυαν μέχρι τότε στον εναέριο χώρο του Αιγαίου. Δηλαδή το καθεστώς του εθνικού εναέριου χώρου της Ελλάδας, το καθεστώς της Περιοχής Πληροφόρησης Πτήσης του κέντρου Αθηνών και το καθεστώς του εναέριου επιχειρησιακού ελέγχου μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Από τις παραπάνω τουρκικές αμφισβητήσεις, αυτή του εθνικού εναέριου χώρου του Αιγαίου συνιστούσε την πιο σοβαρή, αφού έθιγε την ίδια την ελληνική εδαφική κυριαρχία. 

Η ελληνική κυβέρνηση ήδη με το διάταγμα της 18ης Σεπτεμβρίου 1931 είχε θεσπίσει τα όρια του εναέριου χώρου της στα 10 ναυτικά μίλια από των ακτών της επικράτειάς της3. Ενώ η Τουρκία από το 1931 αποδέχονταν τα όρια του ελληνικού εναέριου χώρου στα 10 μίλια, από το 1974 άρχισε να το αμφισβητεί αυτό και ζητούσε μείωση του εθνικού εναέριου χώρου στα 6 ναυτικά μίλια, όσα ήταν και τα ελληνικά χωρικά ύδατα. Συγκεκριμένα, την 1η Σεπτεμβρίου 1974, η Άγκυρα ζήτησε από την ελληνική υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας να περιορίσει τον εθνικό της εναέριο χώρο στα 6 ναυτικά μίλια. Η Ελλάδα δεν αποδέχτηκε την τουρκική αμφισβήτηση και συνέχισε να θεωρεί ότι κάθε αεροσκάφος που εισέρχεται εντός των 10 ναυτικών μιλίων παραβιάζει τον ελληνικό εναέριο χώρο.

Μετά από αυτό και με έναρξη το 1975, η Τουρκία ξεκίνησε την πρακτική των παραβιάσεων και των παραβάσεων των θεσμών του εναερίου χώρου του Αιγαίου. Τουρκικά μαχητικά εισέρχονται εντός του ελληνικού εναέριου χώρου, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς τήρηση των σχετικών κανονισμών. Οι παραβιάσεις αυξάνονται σε περιόδους όξυνσης των σχέσεων με την Ελλάδα ή σε περιόδους που ορισμένες εξελίξεις μπορούν να θεωρηθούν καθοριστικές για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η δεύτερη κατηγορία ζητημάτων που έθεσε η Άγκυρα στον εναέριο χώρο του Αιγαίου ήταν τα διεθνή θεσμικά ζητήματα, δηλαδή οι διεθνείς αερομεταφορές, αλλά και οι υποχρεώσεις της Αθήνας στα πλαίσια της Ατλαντικής Συμμαχίας. Ενώ, η Αθήνα από το 1952 είχε αναλάβει την αποκλειστική ευθύνη για τον έλεγχο όλων των πτήσεων πάνω από το χώρο του Αιγαίου, η Άγκυρα στις 6 Αυγούστου 1974 αμφισβήτησε το παραπάνω  νόμιμα κατοχυρωμένο αυτό δικαίωμα. Με αγγελία της προς τους αεροναυτιλομένους, γνωστή και ως ΝΟΤΑΜ 714, τράβηξε μια γραμμή δυτικά από τα νησιά του ανατολικού αιγαίου και ανέφερε ότι στο εξής τα αεροσκάφη που διασχίζουν από και προς την γραμμή αυτή είναι υποχρεωμένα να δίνουν στοιχεία αναγνώρισής τους στις τουρκικές αρχές εναέριας κυκλοφορίας. Σε απάντηση η Αθήνα ανέφερε ότι αεροδιάδρομοι στο χώρο του Αιγαίου δεν μπορούν να καταστούν ασφαλείς εφόσον δύο διαφορετικές αρχές έχουν την ευθύνη της εναέριας κυκλοφορίας. Το αποτέλεσμα ήταν οι διεθνείς αεροδιάδρομοι του Αιγαίου να καταστούν επικίνδυνοι και να κλείσουν για την παγκόσμια εναέρια κυκλοφορία. Το παραπάνω μέτρο τελικά ακυρώθηκε από την Άγκυρα το Φεβρουάριο του 1980 και επανήλθε σε ισχύ η προηγούμενη νομιμότητα. 

Επιπλέον, στα πλαίσια της Ατλαντικής Συμμαχίας η Άγκυρα αξίωσε να αναλάβει η ίδια τον αντίστοιχο έλεγχο και τη διοίκηση των αεροπορικών επιχειρήσεων μέχρι το μέσο του Αιγαίου. Παράλληλα με αυτό έφερε στην επιφάνεια παλαιότερη απαίτησή της για την ανάληψη από την ίδια του ελέγχου και της διοίκηση των ναυτικών επιχειρήσεων του Αιγαίου όχι από τον Έλληνα Αρχηγό των ναυτικών δυνάμεων αλλά από το διοικητή της ναυτικής δύναμης που κατά περίπτωση θα διεξάγει επιχειρήσεις στην περιοχή. Οπωσδήποτε, η Αθήνα δεν μπορούσε να εκχωρήσει ούτε την άμυνα των νησιών του Αρχιπελάγους σε ξένο διοικητή αλλά ούτε και τις ανειλημμένες ευθύνες της για τον έλεγχο πολιτικό ή στρατιωτικό, στο χώρο της αναγνωρισμένης δικαιοδοσίας της και απέρριψε επανειλημμένα τις θέσεις της Άγκυρας4.  

Ταυτόχρονα με τις προηγούμενες τουρκικές διεκδικήσεις, η απειλή έγινε έμπρακτη με τη δημιουργία της 4ης τουρκικής στρατιάς, γνωστή ως Στρατιάς Αιγαίου με έδρα τη Σμύρνη. Η 4η Στρατιά σχηματίστηκε τον Ιούλιο 1975 με αφορμή την ελληνοτουρκική διαμάχη. Στη διάθεσή της έχει ισχυρές αμφίβιες δυνάμεις, αποβατικά πλοία και το σύνολο των ειδικών δυνάμεων του τουρκικού στρατού, μονάδες καθαρά επιθετικού χαρακτήρα. Η Στρατιά πραγματοποιεί σε ετήσια βάση την άσκηση Efes, το σενάριο της οποίας αφορά στην απόβαση και κατάληψη νησιών.

Η ελληνική αντίδραση στην έμπρακτη αυτή τουρκική απειλή ήταν η στρατικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Η ελληνική απόφαση, rebus sic standibus,στηρίχθηκε στο δικαίωμα της Ελλάδας να προστατεύσει τα εδάφη της εφόσον οι συνθήκες που μέχρι τότε είχε υπογράφει είχαν πάψει να ισχύουν. 

Ταυτόχρονα με την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο εμφανίστηκε η τουρκική προπαγάνδα για την καταπίεση από την ελληνική πολιτεία της μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη5.  Στις 27 Οκτωβρίου 1973 ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταλού, ανακίνησε θέμα Τούρκων της Δυτικής Θράκης και  συνέδεσε την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων με τη μειονότητα. Το γεγονός αμέσως απέκτησε ιδιαίτερη σημασία γιατί και η Κύπρος είχε καταστεί στόχος της Τουρκίας με την ίδια δικαιολογία.

Η θέση της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας στο μειονοτικό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα πλεονεκτική6.  Η ανωτερότητα του βιοτικού επιπέδου του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, της συγκέντρωσής του στην ίδια πόλη, της θέλησή του για μόρφωση, αλλά και της εκεί παρουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν  ευνοϊκοί παράγοντες που μπορούσε κατάλληλα να αξιοποιήσει η Άγκυρα. Επομένως τα μέσα πίεσης τα οποία διέθετε η Τουρκία ήταν ασύγκριτα ισχυρότερα από τα τυχόν αντίποινα τα οποία θα μπορούσε να εφαρμόσει η ελληνική πολιτεία απέναντι στη δική της μουσουλμανική μειονότητα. Μια μειονότητα η οποία διαβίωνε σε μια αγροτική, υποβαθμισμένη περιοχή, με χαμηλό βιοτικό επίπεδο και επομένως η θέλησή της για μόρφωση ήταν ανύπαρκτη.  

Ενώ η Τουρκία δεν έπαυε να διαμαρτύρεται για την καταπίεση της μουσουλμανικής μειονότητας, η ίδια εφαρμόζοντας ακραία σοβινιστική πολιτική, επιδίωκε από το 1955 να εκδιώξει τους Έλληνες της Πόλης και να αφανίσει τις ελληνικές κοινότητες της Ίμβρου και της Τενέδου, γεγονός που υλοποίησε. Αντίθετα η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης συνέχιζε να ευημερεί και να απολαμβάνει πλήρη ελευθερία. Κατά την απογραφή του 1924 ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Δυτικής Θράκης αριθμούσε 94.725 χιλιάδες κατοίκους. Το 1991 ο αριθμός είχε αυξηθεί σε 114.000 χιλιάδες. Εθνολογικά,  το 45% της μουσουλμανικής μειονότητας αποτελείται από τουρκόφωνους, το 36% από Πομάκους και το 18% από Αθίγγανους7.

Το έναυσμα των τουρκικών διαμαρτυριών για τη μειονότητα συνέπεσε με την εισβολή στην Κύπρο και κλιμακώθηκε με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ8. Αρχικά οι τουρκικές καταγγελίες αφορούσαν μέτρα κατά των κοινοτικών δικαιωμάτων των μουσουλμάνων πολιτών. Στα πλαίσια όμως της ευρωπαϊκής θεώρησης περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, οι διεκδικήσεις επικεντρώθηκαν στο χώρο της εκπαίδευσης, της θρησκείας, κινήθηκαν στη λογική του κοινοτισμού και σταδιακά προωθήθηκε και το ζήτημα της αυτονομίας.

Όλες οι προηγούμενες επαναλαμβανόμενες απειλές, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο και τον αφανισμό της ελληνικής μειονότητας της Πόλης οδήγησαν τις ελληνικές κυβερνήσεις και την κοινή γνώμη στο συνεπαγόμενο συμπέρασμα: η τουρκική πολιτική δεν επιδίωκε μόνο ορισμένες καθεστωτικές μεταβολές στο Αιγαίο, αλλά ριζική ανατροπή του γεωπολιτικού status quo και ενέκλειε στις διεκδικήσεις  της και την εδαφική συρρίκνωσης του ελλαδικού χώρου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Δήλωση του Πρωθυπουργού Ντεμιρέλ, στο  Χρήστος Ροζάκης. Το Διεθνές Νομικό Καθεστώς του Αιγαίου, σελ 338 στο Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις 1923-1987. Γνώση 1988.

2. Στις 31 Μαΐου 1995, το ελληνικό κοινοβούλιο επικύρωσε τη νέα Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας το οποίο δίνει το δικαίωμα σε όλα τα κράτη για τη νόμιμη επέκταση των χωρικών τους υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Με ευκαιρία την κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας από την Ελλάδα, η Τουρκική Εθνοσυνέλευση εξέδωσε ψήφισμα στις 8 Ιουνίου 1995, με το οποίο εκχωρούσε στην Τουρκική Κυβέρνηση όλες τις αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένων και στρατιωτικών, για την διατήρηση και υπεράσπιση των ζωτικών συμφερόντων της Τουρκίας. Ενώ η Τουρκία θεωρεί αιτία πολέμου την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων, η ίδια από το 1964 έχει αυξήσει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στον Εύξεινο και την Ν.Α. Μεσόγειο. Οι ελληνικές θέσεις για τον ελληνικό εναέριο χώρο και τα χωρικά ύδατα, στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών  http://old.mfa.gr

3. Nicholas Poulantzas. The New International Law of the Sea and the Legal Status of the Aegean Sea.  Revue Hellenique de Droit International 44 1991, pp 255.

4. Κ. Σβολόπουλος. Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981 τ 2ος. Εστία 2001, σελ 254.

5. Σόλωνος Γρηγοριάδη. Ελλάδα - Τουρκία - Κύπρος. Ρίζες χ.χ, σελ 311.  Ενώ η Συνθήκη της Λοζάνης ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία κατέληξε στην ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας με βάση το θρήσκευμα, από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης και οι Έλληνες της Πόλης. Οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης ανήκουν σε τρεις διακριτές εθνότητες, Τουρκόφωνους, Αθίγγανους και Πομάκους. Σταδιακά όμως και μετά την καθιέρωση της τουρκικής γλώσσας ως γλώσσας των μειονοτικών σχολείων έχει σχεδόν κυριαρχήσει ο εκτουρκισμός της μουσουλμανικής μειονότητας. Παύλος Χιδίρογλου. Οι Έλληνες Πομάκοι και η Σχέση τους με την Τουρκία. Ηρόδοτος 1989.   

6. Εκτός από τη μουσουλμανική μειονότητα στην Θράκη υπάρχει και μια ολιγομελής στα Δωδεκάνησα.  Όταν η Ελλάδα ενσωμάτωσε τα Δωδεκάνησα το 1947 ζούσαν 3.500 μουσουλμάνοι κυρίως στην πόλη της Ρόδου και στην Κω. Κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο οι ελληνικές αρχές συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της μειονότητας σε προκαθορισμένα μέρη χωρίς όμως να σημειωθούν επεισόδια. Κατόπιν, και μετά την λήξη της έντασης, οι μισοί σχεδόν από τους μουσουλμάνους των νησιών αφού πούλησαν τις περιουσίες τους μετανάστευσαν στην Τουρκία. Σήμερα, στη Ρόδο διαμένουν περίπου 1000 μουσουλμάνοι, οι ίδιοι θέλουν να αποκαλούνται Τούρκοι, και γύρω στους 400 διαμένουν στην Κω. Η μουσουλμανική μειονότητα είναι πλήρως ενσωματωμένη στον κοινωνικό, πολιτικό και εμπορικό περιβάλλον των δύο νησιών. Η μόνη διαμαρτυρία τους είναι ότι δεν υπάρχει τουρκικό σχολείο για να διδαχτεί η νέα γενιά τη μητρική τους γλώσσα. 

7. Για την αναλυτική εθνογραφική και πληθυσμιακή ανάλυση της μειονότητας και την αναλογία χριστιανών - μουσουλμάνων σε κάθε νομό της Θράκης περισσότερα στο Μ. Κωτάκης. Θράκη, η Μειονότητα Σήμερα. Νέα Σύνορα 2000, σελ 58-62. Για το θρησκευτικό καθεστώς της μειονότητας περισσότερα στο Σ. Α. Σολταρίδης. Η Ιστορία των Μουφτείων της Δυτικής Θράκης. Νέα Σύνορα 1997, σελ 77-229.

8. Turgay Cin. The Current Problems of the Turks of Western Thrace in Greece as a Member of the European Union. Ege Akademik Bakış. 9 (4) 2009: 1527-1544

 

* George Mitropoulos M. A., Ph. D Candidate, Modern Greek, Sydney University

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved