THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

 

Σάμουελ Γκρίντλεϋ Χάου

Ενας Αμερικανός φιλέλληνας στην Ελλάδα (1824-30)

 

Μάιος 2011

Γράφει: Δρ Χρήστος Φίφης

Ο Samuel Gridley Howe (1801-1876) ήταν ο δεύτερος από τους τρεις γιους μιας οικογένειας από τη Βοστόνη των ΗΠΑ και φοιτητής της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ όταν άρχισε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. ΄Ηταν ένας ευφυής φοιτητής και εκτός από την ιατρική διάβαζε λογοτεχνία και ιστορία και ήταν θαυμαστής του ΄Αγγλου ποιητή Λόρδου Βύρωνα. Ο Λόρδος Βύρωνας πέθανε στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824, τον ίδιο χρόνο που ο Χάου τελείωσε το πτυχίο του στην Ιατρική. ΄Ηταν ένας νέος γιατρός 23 ετών αλλά δεν ήθελε να ανοίξει δικό του ιατρείο και να μαζεύει χρήματα από τους ασθενείς του. ΄Ηθελε να προσφέρει κάτι περισσότερο, και ρομαντικός, όπως ήταν, σκέφτηκε ν’ ακολουθήσει τα βήματα του φιλέλληνα ποιητή Μπάϊρον και να γίνει γιατρός των μαχητών της Ελληνικής Επανάστασης.

Μια ερωτική απογοήτευση φαίνεται να δυνάμωσε την απόφασή του για μετάβαση στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο πατέρας του έκρινε την απόφαση τού γιου του «δονκιχωτισμό» και προσπάθησε να τον αποτρέψει, αλλά ματαίως.

Ο νεαρός γιατρός πήρε ένα πλοίο και στις 24 Δεκεμβρίου 1824 βρισκόταν στη Μάλτα, από όπου έγραψε τις σκέψεις του στο φίλο του William Samson,ελπίζοντας,όπως έλεγε, να φτάσει στη μαχόμενη Ελλάδα πριν την πρωτοχρονιά. Στις αρχές Ιανουαρίου 1825 (με το Γρηγοριανό ημερολόγιο). αποβιβάστηκε στη Μεθώνη και από εκεί προχώρησε προς την Τρίπολη και το Ναύπλιο. Σύντομα ανέλαβε καθήκοντα ιατρού αλλά και πολεμιστή, ακολουθώντας στις εκστρατείες και κινήσεις τους τα διάφορα μαχόμενα τμήματα. Αργότερα δημιούργησε νοσοκομείο στον Πόρο.

Στο τέλος του 1827 επέστρεψε στην Αμερική να βοηθήσει το φιλελληνικό κίνημα για τη βοήθεια των αγωνιζόμενων Ελλήνων. Με αυτό το σκοπό, περιήλθε διάφορες πόλεις της Αμερικής όπου μιλούσε σε φιλελληνικές συγκεντρώσεις, έγραψε και δημοσίευσε ένα βιβλίο για την Ελληνική Επανάσταση “A Historical Sketch of the Greek Revolution” και συγκέντρωσε περί τις 60.000 δολάρια σε τρόφιμα, ρουχισμό και φάρμακευτικό υλικό για τους δεινοπαθούντες ΄Ελληνες, και το Νοέμβριο του 1828 ήταν πάλι στην Ελλάδα.

Σ’αυτή τη δεύτερη φάση ο Χάου εργάστηκε ως μέλος των Αμερικανικών Φιλελληνικών Επιτροπών στη διανομή των αναγκαίων εφοδίων προς τον δεινοπαθούντα πληθυσμό, να προσφέρει εργασία προς ανέργους, να δημιουργήσει νοσοκομείο και τέλος στη δημιουργία ενός πρότυπου αγροτικού προσφυγικού οικισμού. Ο Χάου, εκτός από την ιστορία που έγραψε, κρατούσε ημερολόγιο και αλληλογραφούσε. Τα ημερολόγιά του και πολλές από τις επιστολές του δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του από την κόρη του στο βιβλίο (Letters and Journals of Samuel Gridley Howe, AMS PRESS, 1973, reprinted from the edition of 1909) και αποτελούν ντοκουμέντα για την Ελληνική Επανάσταση, τους αγώνες και τις συνθήκες ζωής του πληθυσμού. Στο παρόν και το επόμενο σημείωμα θα αναφερθούμε σε ορισμένες πληροφορίες και παρατηρήσεις, πολλές φορές αρκετά επικριτικές για τις συμπεριφορές των Ελλήνων, που βρίσκουμε στα γραπτά του Αμερικανού αυτού φιλέλληνα που συναστρεφόταν με όλα τα κοινωνικά στρώματα, τους απλούς στρατιώτες και χωρικούς, τους καπετανέους και ηγετικές προσωπικότητες της Επανάστασης.

Ο Χάου δίνει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τον επαναστατικό στρατό και την οργάνωση του πολέμου, για τα οποία δεν ήταν πάντα εντυπωσιασμένος. Ο ΄Ελληνας άτακτος στρατιώτης του επαναστατικού στρατού δεν είχε καθόλου πειθαρχία. ΄Εκανε ό,τι ήθελε και πήγαινε όταν, όπου, και όπως ήθελε. (σ. 136-7). Ο καπετάνιος πληρωνόταν από την κυβέρνηση για τους στρατιώτες που υποτίθεται ότι είχε. Ο στρατιώτης εξασφάλιζε ο ίδιος τα όπλα του, εύρισκε έναν καπετάνιο και συμφωνούσε να ενταχτεί σε αυτόν έναντι κάποιας πληρωμής το μήνα και υλικού για υπόδυση. Στις εκστρατείες ο στρατιώτης πήγαινε μπροστά, πίσω ή στο πλάι, όπου ήθελε.΄Αλλοτε υπάκουε διαταγές και άλλοτε όχι. Αν διατασσόταν να πάει σ’ ένα μέρος, ο στρατιώτης ή θα δεχόταν ή θα έλεγε αργότερα, ή δεν πήγαινε καθόλου. Αν δυσαρεστούνταν από τον καπετάνιο του, άρχιζε μαζί του φιλονικία και έφευγε ή πήγαινε σε άλλον καπετάνιο, χωρίς να πληροφορήσει καν τον πρώην καπετάνιο του.

Στις πόλεις δίνονταν στους στρατιώτες κάποια τρόφιμα αλλά στα χωριά σιτίζονταν από ό,τι έπαιρναν από τους χωρικούς. Μόλις έφταναν το βράδυ σ’ ένα χωριό οι στρατιώτες έτρεχαν στα διάφορα σπίτια για να εξασφαλίσουν το καλύτερο κατάλυμα για τους εαυτούς τους, ενώ για τον καπετάνιο φρόντιζαν οι άμεσοι βοηθοί του. Αν οι ιδιοκτήτες δεν άνοιγαν την πόρτα οι στρατιώτες την έσπαζαν. Αν το φαγητό δεν ήταν το αναμενόμενο χτυπούσαν την οικογένεια. Στην εκστρατεία προς τη Μεσσηνία, «στο κέντρο μιας πεδιάδας σταματήσαμε σε ένα όμορφο χωριουδάκι που το βρήκαμε εντελώς άδειο από κατοίκους. Η αιτία ήταν ότι βρισκόταν στο δρόμο των στρατιωτών και οι κάτοικοι ανήμποροι να εξασφαλίσουν στους στρατιώτες τρόφιμα εγκατέλειψαν τα σπίτια τους για ν’αποφύγουν τις εκβιαστικές απαιτήσεις τους και την καταπίεση».(σ. 31)

Δεν υπήρχαν μεταγωγικά για τους στρατιώτες, ούτε είχαν σκηνές. ΄Ενας στρατιώτης είχε για κρεβάτι, τραπέζι, κάθισμα και σκέπασμα την κάπα του. Το μαχαίρι του ήταν το σπαθί του, το πιρούνι του, το κουτάλι του. Δεν είχε άλλη αλλαξιά ρούχα, ούτε τα έβγαζε, πιθανόν μια φορά στους τρεις μήνες. Η ψείρα ήταν μια συνεχής ενόχληση. Η φουστανέλλα του ήταν το μαντήλι του, το τραπεζομάντηλό του, και η πετσέτα του. Τη νύχτα προσπαθούσε να βρει ένα στεγνό μέρος και μια ίσια πέτρα για μαξιλάρι.

«Αυτό τον τρόπο ζωής τον συνηθίζει κανένας γρήγορα, γράφει ο Χάου. ΄Εχω δυο μήνες τώρα να βγάλω τα ρούχα μου τη νύχτα και δεν έχω κρεβάτι, μόνο το πάτωμα και μια κουβέρτα και εντούτοις κοιμάμαι καλύτερα από τότε που κοιμόμουν σε πουπουλένιο κρεβάτι με καθαρά σεντόνια. Το κεφάλι μου, με μόνο ένα μαντήλι ανάμεσα σε αυτό και την πέτρα, αισθάνεται το ίδιο άνετα, όπως τότε με το απαλό προσκέφαλο». (σ.137)

Η αντοχή στην πείνα ήταν μια άλλη δοκιμασία των ελλήνων στρατιωτών. Στις καλές περιπτώσεις είχαν ελιές, σύκα, ψωμί. Σε άλλες χόρτα, σαλιγκάρια, κρέας γαϊδάρου, σφύκες ή μέναν μέρες νηστικοί.. «Έχω κάνει μήνες χωρίς τίποτα άλλο, γράφει στον πατέρα του, παρά μόνο σαλιγκάρια του βουνού, ψημένες σφύκες, εβδομάδες χωρίς ψωμί, και μέρες χωρίς μπουκιά από οτιδήποτε τροφή. Αλλοίμονο στο χαμένο γαϊδουράκι ή γίδι που θα έπεφτε στο δρόμο μας, τότε. Αμέσως σφαζόταν, λιανιζόταν και το κρέας του κομμένο βιαστικά σε μικρά κομμάτια ψήνονταν όπως όπως πρόχειρα ή το καταβροχθίζαμε μισοάψητο».(σ. 36)

Ο Χάου συγκρίνει τον ελάχιστο ελληνικό τακτικό στρατό με τον αμερικάνικο και τον άτακτο με τους Ινδιάνους. Οι στρατιώτες, έγραφε στον πατέρα του, είναι αγράμματοι, ούτε ένας στους είκοσι δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή. Είναι, όμως, πολύ έξυπνοι και από τη φύση τους πονηροί, αεικίνητοι όπως  τα κατσίκια στα βουνά, και γενναίοι, αν τους αφήσεις να πολεμήσουν με το δικό τους τρόπο. Ο τρόπος τους είναι όπως αυτός των Ινδιάνων που πυροβολούν πίσω από τους βράχους και τα δέντρα. (σ.28) Συνήθως ο στρατιώτης έχει το όπλο του, δυο πιστόλες και το γιαταγάνι. Οι πιστόλες και το γιαταγάνι, όμως, ήταν αναποτελεσματικά γιατί σπάνια πλησίαζαν τον εχθρό. Το γιαταγάνι, ένα κυρτό σπαθί, δεν μπορούσε να αντιπαραβληθεί με την ξιφολόγχη που είχαν οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ, που ήταν καλά εκπαιδευμένοι.

Οι ΄Ελληνες τακτικοί δεν είχαν καλύτερη πειθαρχία από τους άτακτους. Ο Χάου αναφέρει ένα «λυπηρό» γεγονός ως απόδειξη. Ο φίλος του Αμερικανός φιλέλληνας George Jervis, που ήταν γνωστός και ως Καπετάν Ζέρβος, είχε τη δική του τακτική μονάδα στρατιωτών, που όπως όλοι οι καπετάνιοι, τους πλήρωνε ο ίδιος. ΄Οταν ο Jervis στάλθηκε να φρουρήσει ένα νησάκι κοντά στην Πύλο, περί τους 40 στρατιώτες του αρνήθηκαν να τον ακολουθήσουν. Τους διέταξε, τους παρακάλεσε, τους απείλησε να τον ακολουθήσουν, αλλά ματαίως. «Θα σε ακολουθήσουμε όπου διαλέξεις, θα πεθάνουμε για σένα», του είπαν. «Όμως δεν θα πάμε να κλειστούμε σ’ένα νησάκι, χωρίς ελπίδα διαφυγής». Όταν τους είπε ότι, αν αυτό ήταν περισσότερο επικίνδυνο θα ήταν περισσότερο ένδοξο, «να τη βράσω τη δόξα», απάντησε ένας τους. Εμείς πολεμάμε για τα χρήματα, όχι για τη δόξα!» (σ.44) Δεν τον ακολούθησαν. Αν και τους είχε προπληρώσει, πήγε χωρίς αυτούς. Στη μάχη που ακολούθησε το νησάκι καταλήφθηκε από τους Αιγυπτίους, ο Jervis πιάστηκε αιχμάλωτος αλλά ανταλλάχτηκε με Τουρκοαιγύπτιους αιχμαλώτους.

Οι ΄Ελληνες πολεμούσαν αποτελεσματικά στα βουνά και τις βραχώδεις περιοχές αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν στο τουρκικό ιππικό στον ανοιχτό κάμπο. Οι ΄Ελληνες φοβούνταν το ιππικό, όσο οι τούρκοι ναυτικοί έτρεμαν τα ελληνικά μπουρλότα. (σ. 165) Οι ΄Ελληνες ναυτικοί, κατά τον Χάου, ήταν από τους καλύτερους στον κόσμο, αν όχι οι καλύτεροι. (σ. 28) Το πρόβλημα ήταν ότι τα πλοία δεν ήταν κυβερνητικά αλλά των ιδιωτών, οι οποίοι πληρώνονταν από την κυβέρνηση για τη χρήση τους και οι ιδιοκτήτες πλήρωναν τους ναυτικούς. Αν οι ναυτικοί δεν πληρώνονταν προτιμούσαν να επιστρέψουν στις βάεις τους παρά να παρακολουθούν τις κινήσεις του εχθρού. ΄Οπως έγραφε στο φίλο του Samson, το φθινόπωρο του 1825 τα ελληνικά πλοία περιπολούσαν ανοιχτά της Δυτικής Κρήτης για να εμποδίσουν την Αιγυπτιακή Αρμάδα να ανεφοδιάσει τον Ιμπραήμ στην Πελοπόνησσο. Ξαφνικά την 1η Νοεμβρίου τα πλοία έφυγαν και επέστρεψαν στις βάσεις τους ΄Υδρα, Σπέτσες και Αίγινα με τη δικαιολογία επισκευών, ενώ ο πραγματικός λόγος ήταν η απαίτηση πληρωμών από τα πληρώματα, αφήνοντας ανεμπόδιστη τη διέλευση στους Τουρκοαιγυπτίους. Δεν υπήρχε περισσότερη πειθαρχία στους ΄Ελληνες ναύτες από αυτή των ατάκτων του στρατού. (σ.164)

(Ο Δρ Χρήστος Ν. Φίφης είναι επίτιμος ερευνητής στη Σχολή Ιστορίας και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου La Trobe).

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT © 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved