THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

(ΜΕΡΟΣ ΙΙ)

Απρίλιος 2012

Στη μεταπολίτευση, οι σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας εισήλθαν σε νέα διάσταση. Παρά το ότι ο συνταγματικός νομοθέτης δεν προέβει στον διαχωρισμό τους, το Σύνταγμα του 1975 χαλάρωσε τους δεσμούς τους. Με αυτό τον τρόπο άφησε παράθυρο στον κοινό νομοθέτη να τους κάνει ακόμη χαλαρότερους. Ταυτόχρονα δεν απομακρύνθηκε από το σύστημα της νόμω κρατούσης Πολιτείας, αφού εξακολουθούσε να νομιμοποιεί την κρατική ανάμιξη στην εκκλησιαστική διοίκηση. Το άρθρο 3 του Συντάγματος, του οποίου ο πυρήνας παραμένει αναλλοίωτος από το μοναρχικό Σύνταγμα του 1844 (1), καθορίζει ότι η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία του Χριστού (2) είναι αυτοκέφαλη και διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτών και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της ΚΘ΄29 Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928 (3).

Το άρθρο 13 ορίζει την άσκηση της θρησκευτικής λατρείας και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Με το άρθρο αυτό δεν παρεμποδίζεται η άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας όλων όσων βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια. Επίσης, απαγορεύεται ο προσηλυτισμός εις βάρος όλων των θρησκειών, ακόμη και όταν ασκείται από την Ορθόδοξη Εκκλησία (4). Στο άρθρο 14 ορίζεται ότι: κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση (εφημερίδων και άλλων εντύπων) με παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία, για προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας. Στο άρθρο 16 ανάμεσα στους σκοπούς της Παιδείας περιλαμβάνεται και η ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, ενώ το άρθρο 72 παρέχεται η δυνατότητα στη Βουλή να ρυθμίζει με νόμο όλα τα θέματα που αφορούν τη διοικητική οργάνωση και λειτουργία της επικρατούσας θρησκείας (5). Προβλέπεται ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 33, η ρητή υποχρέωση του Προέδρου της Δημοκρατίας να ορκίζεται στο Ευαγγέλιο στο όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδας. Αντίστοιχος όρκος προβλέπεται και για τους Βουλευτές σύμφωνα με το άρθρο 59. Οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι δίνουν τον ίδιο όρκο, σύμφωνα με τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή του δικού τους δόγματος, ενώ οι άθεοι μπορούν να κάνουν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τον κανονισμό της Βουλής (6).

Με βάση τις παραπάνω συνταγματικές ρυθμίσεις διαμορφώθηκε ένα πλέγμα νόμων που ρύθμιζε ειδικότερα θέματα, όπως: η μισθοδοσία των κληρικών από το δημόσιο προϋπολογισμό, οι ατέλειες εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, η απαλλαγή στράτευσης των μοναχών καθώς και των αποφοίτων Θεολογικών Σχολών, οι οποίοι πρόκειται να γίνουν ιερείς κτλ. Ακόμη, το εορτολόγιο, οι επίσημες τελετές και οι αργίες των δημόσιων υπηρεσιών καθορίζονται σύμφωνα με το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αναγνωρίζεται στα όργανα της κρατούσας Εκκλησίας περιορισμένη δικαιοδοσία σε θέματα Ιδιωτικού Δικαίου όπως γάμος, διαζύγιο, πνευματική λύση γάμου κτλ (7).

Εκτός από τις γενικές αρχές του Συντάγματος, κεφαλαιώδους σημασίας για την οργάνωση της Εκκλησίας αποτέλεσε ο νόμος 590/1977 Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος (8). Το 1977, η Κυβέρνηση ψήφησε επίσης, με τη διαδικασία του επείγοντος, το νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας (9). Ο Καταστατικός Χάρτης (10) που κατήργησε αυτόν του 1943, συντάχτηκε από κληρικολαϊκή επιτροπή την οποία αποτελούσαν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και ιεράρχες (11). Ο εισηγητής της πλειοψηφίας Κ. Παπακωνσταντίνου επέμενε ιδιαίτερα στον τονισμό της σημασίας των διατάξεων για την αποκατάσταση της νομιμότητας της ιεραρχίας, των κανονικών σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την κατάργηση των τιτουλάριων επισκόπων και τέλος την ρύθμιση θεμάτων του εφημεριακού κλήρου. Με την ψήφιση του Καταστατικό Χάρτη η κυβέρνηση θεωρούσε ότι δημιουργούσε μια συμφωνία μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας που ρυθμίζει τις σχέσεις των και ορίζει τον τρόπον διοικήσεως της Εκκλησίας (12).

Ο εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης (ΕΔΗΚ) Ευάγγελος Παπανούτσος χαρακτήρισε θετικά στοιχεία την ενίσχυση των εξουσιών της ιεραρχίας, την αποδυνάμωση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, τον περιορισμό του μεταθετού και την κατάργηση των τιτουλάριων επισκόπων. Επισήμανε όμως ότι τα αρνητικά στοιχεία του Χάρτη είναι περισσότερα χαρακτηρίζοντας τον Χάρτη των επισκόπων και όχι Χάρτη της Εκκλησίας (13). Άσκησε επίσης κριτική στην καθιέρωση του εκκλήτου (προσφυγής) στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στις διατάξεις περί προσηλυτισμού.

Ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Απόστολος Κακλαμάνης μίλησε για ένα Καταστατικό Χάρτη των Μητροπολιτών και κείμενο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του σήμερα Προκαθημένου που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του διαχωρισμού Εκκλησίας Πολιτείας (14). Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η τοποθέτηση του εκπροσώπου του ΚΚΕ Κωνσταντίνου Κάππου γιατί όπως είπε ο Χάρτης: δεν διασφαλίζει τη δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία της Εκκλησίας και την ανεξαρτητοποίηση στο βαθμό που είναι δυνατή, της Εκκλησίας από το Κράτος (15). Επιπλέον δεν εξασφαλίζεται ο ουσιαστικός έλεγχος της νομιμότητας των οικονομικών και ο εφημεριακός κλήρος και ο λαός δεν έχουν καμία δυνατότητα συμμετοχής στη διοίκηση και στον έλεγχο των Μητροπόλεων (16).

Ο Καταστατικός Χάρτης του 1977 ισχύει μέχρι σήμερα με μικρές τροποποιήσεις. Σημαντικότερη από αυτές είναι η επαναφορά του θεσμού των βοηθών επισκόπων, που θεσμοθετήθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1991. Μετά την ψήφιση του Καταστατικού Χάρτη και ως τα μέσα της δεκαετίας του 80, όταν ετέθει το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας από τους σοσιαλιστές, οι σχέσεις Εκκλησίας - Πολιτείας παρέμειναν ομαλές. Και οι δύο πλευρές προτίμησαν τους συμβιβασμούς οι οποίοι στο πλείστον των περιπτώσεων υπερέβαιναν υπέρ της Εκκλησίας. Οι ηγεσίες και των δύο μεγάλων κομμάτων συμβιβάστηκαν μετρώντας τα παραδείγματα των βουλευτών που κινδύνεψαν να μην ξαναεκλεγούν βουλευτές ή εξαφανίζονταν από την πολιτική σκηνή όταν έρχονταν σε αντίθεση με την επίσημη Εκκλησία ή με τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Γ. Ράλλη ο οποίος κινδύνεψε να μην εκλεγεί βουλευτής το 1977 πληρώνοντας την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και την καθιέρωση της δημοτικής (17).

Από τότε και κάθε φορά που οι σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας περνούσαν κρίση, το θέμα του χωρισμού τους επανέρχονταν. Ενδεικτική είναι η φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος απευθυνόμενος το 1978 στο Μητροπολίτη Μυτιλήνης είπε: Ήλθε ο καιρός να χωρίσουμε τα τσανάκια μας. Στη δεκαετία του ΄80 οι σχέσεις Εκκλησίας - Πολιτείας διήλθαν από σοβαρή κρίση. Οι Σοσιαλιστές είχαν δεσμευτεί προεκλογικά ότι θα προέβαιναν σε πλήρη διαχωρισμό αλλά και σε ρύθμιση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Τελικά μετά από σφοδρή αντίδραση της Εκκλησίας οι παραπάνω προεκλογικές υποσχέσεις δεν υλοποιήθηκαν (18).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ι. Μ. Κονιδάρης Ο Τόμος (1850), η Πράξη (1928) και το Σύνταγμα, Γ ΄-Δ΄ μέρος. Το Βήμα, 14/09/ 2008.

2. Nicos C. Alivizatos. A New Role for the Greek Church? Journal of Modern Greek Studies, Volume 17, 1999, p 25.

3. Το Σύνταγμα της Ελλάδας. Το Ποντίκι 1987, σελ 164.

4. Nicos C. Alivizatos. A New Role for the Greek Church? Journal of Modern Greek Studies, Volume 17, 1999, pp 28-32.

5. Το Σύνταγμα της Ελλάδας. Το Ποντίκι 1987, σελ 171.

6. Το Σύνταγμα της Ελλάδας. Το Ποντίκι 1987, σελ 181.

7. Γ. Καραγιάννης. Εκκλησία και Κράτος. Το Ποντίκι 1997, σελ 188.

8. Ο Υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης στην εισηγητική του έκθεση για το νόμο 590/1977 είχε αναφέρει: το διαμορφωθέν τελικό κείμενο δημιουργεί ορθή και βάση εναρμονίσεως, νομιμότητας και κανονικότητας κατά τη λειτουργία των εκκλησιαστικών θεσμών, άνευ της οποίας είναι αδύνατος η αρμονική συνεργασία Εκκλησίας και Πολιτείας. Κρατική Εξουσία και Ορθόδοξη Εκκλησία. Μήνυμα 1995, σελ 180 και http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/welfare/Welfare-0004a.htm.

9. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα τέτοιο σημαντικό νομοσχέδιο ψηφίστηκε με τη διαδικασία του επείγοντος με σκοπό η κυβέρνηση να αποφύγει την ουσιαστική επί των αρχών του συζήτηση. Ολόκληρο το κείμενο στην ιστοσελίδα

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/history/katastatikos_xarths_ekklhsia_ths_ellados.htm

10. Ο καταστατικός αυτός νόμος, που ρυθμίζει τα της διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, ψηφίσθηκε από τη Βουλή, όπως άλλωστε όλοι οι προηγούμενοι, παρά τη ρητή αντίθεση της πρακτικής αυτής προς τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1850, με τον οποίο ανακηρυσσόταν η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος προκειμένου να διοικείται κατά τους θείους και ιερούς κανόνας και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως. Ι. Μ. Κονιδάρης. Έλλειμμα εκκλησιαστικής πολιτικής. Το Βήμα, 25/11/ 2007.

11. Ι. Μ. Κονιδάρης. Εκκλησία και Πολιτεία. Σάκκουλα 1993, σελ 75-79.

12. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συνεδριάσεις ΡΕ΄ - ΡΛΒ΄, Τόμος 5ος. Αθήνα 1977, σελ 5033.

13. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συνεδριάσεις ΡΕ΄ - ΡΛΒ΄, Τόμος 5ος. Αθήνα 1977, σελ 5037.

14. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συνεδριάσεις ΡΕ΄ - ΡΛΒ΄, Τόμος 5ος. Αθήνα 1977, σελ 5040-1.

15. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συνεδριάσεις ΡΕ΄ - ΡΛΒ΄, Τόμος 5ος. Αθήνα 1977, σελ 5054.

16. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συνεδριάσεις ΡΕ΄ - ΡΛΒ΄, Τόμος 5ος. Αθήνα 1977, σελ 5054.

17. Γ. Καραγιάννης. Εκκλησία και Κράτος. Το Ποντίκι 1997, σελ 187.

18. Συγκεκριμένα η Κυβέρνηση υπαινίχτηκε ότι όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν χωρίς και τη σύμφωνη γνώμη της Εκκλησίας. Γ. Καραγιάννης. Εκκλησία και Κράτος. Το Ποντίκι 1997, σελ 182-3.

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved