THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

Γράφει: Γιώργος Μητρόπουλος

(ΜΕΡΟΣ ΙIΙ)

Μάιος 2012

Δεν θα χαθεί η Εκκλησία αν χωριστεί από το Κράτος, αλλά δεν είναι του παρόντος (1)

Το σύστημα της σαφούς και αυστηρής διάκρισης των ρόλων θρησκείας και πολιτείας αποδίδεται με τον όρο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας θεώρησης το μεν Κράτος επιβάλλεται να είναι κοσμικό ώστε να παρέχει τα εχέγγυα για μια αξιόπιστη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας. Η επίσημη δε Εκκλησία οφείλει να απέχει από κάθε ενέργεια που την εμφανίζει σαν προέκταση της κρατικής εξουσίας. Η ανωτέρω προοπτική βέβαια δεν είναι καθόλου ευχάριστη στην ηγεσία της επίσημης ελληνικής Εκκλησίας που μάχεται να κρατήσει τα προνόμια που της εξασφαλίζει το σημερινό καθεστώς. Στην προσπάθεια αυτή επικαλείται τη μοναδικότητα των δεσμών της με την Πολιτεία και οχυρώνεται πίσω από θεοκρατικές αντιλήψεις, που υπερβαίνουν τα όρια ενός δημοκρατικού πολιτεύματος (2).

Η μεταπολίτευση, που ευαγγελίστηκε σαρωτικές αλλαγές στην οργάνωση και τις δομές έφερε την Πολιτεία πιο κοντά παρά ποτέ σε ένα διαζύγιο με την Εκκλησία. Παρά ταύτα, ο νομοθέτης δεν έκανε το μεγάλο βήμα (3). Στα πρακτικά του Συντάγματος του 1975 οι πάντες παραδέχονταν ότι χρειάζονταν μείζονες αλλαγές και αμφέβαλλαν μόνο για την προοπτική κοινωνικής αποδοχής τους. Η διστακτικότητα αυτή οφείλονταν κυρίως στη σφοδρή αντίδραση της Εκκλησίας, η οποία εκτιμά ότι ενδεχόμενη αναθεώρηση της διασύνδεσής της με το κράτος θα διατάρασσε βιαίως τη σχέση της με την κοινωνία και το έθνος. Στην πραγματικότητα όμως στη μεταπολίτευση όλες οι πολιτικές δυνάμεις συμβιβάστηκαν με την πραγματικότητα. Βρέθηκαν μπροστά σε ένα πραγματικό αδιέξοδο, αφού όλοι οι Ιεράρχες είχαν συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική διατήρηση της δικτατορίας (4). Η Ιεραρχία ήταν ο μοναδικός θεσμός όπου δεν υπήρξε κανενός είδους αποχουντοποίηση, για τον απλούστατο λόγο ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αυτοκατάργηση (5).

Η σύνταξη του Συντάγματος ήταν η κατάλληλη ευκαιρία όχι μόνο για αναδιατύπωση και διόρθωση, αλλά για ριζική αλλαγή των σχετικών συνταγματικών διατάξεων. Ατυχώς, όχι μόνο η Πολιτεία (6), αλλά ούτε και η Εκκλησία δε βρέθηκαν τη στιγμή εκείνη έτοιμες να επιχειρήσουν τολμηρά βήματα προς την πλήρη αυτοδιοίκησή της Εκκλησίας και τον απεγκλωβισμό της από την πολιτική εξουσία (7). Η Ορθόδοξη Εκκλησία και στο νέο Σύνταγμα παρέμεινε στο νομικό καθεστώς της νόμω κρατούσης Πολιτείας. Σύμφωνα με αυτό, υπάρχει η θέληση του λαού που αποτελεί την πλειοψηφία και το πλήρωμα της Εκκλησίας που ευνοείται από την Πολιτεία. Η Εκκλησία αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και μάλιστα προνομιακό που τυχαίνει ιδιαίτερης φροντίδας και προστασίας της Πολιτείας. Η Πολιτεία παρεμβαίνει σε αυτά που αφορούν τα sacra external και όχι σε δογματικά και θέματα λατρείας.

Ταυτόχρονα, η ίδια η Πολιτεία θρησκεύει πράγμα που σημαίνει ότι τα διοικητικά όργανά της μετέχουν στις θρησκευτικές τελετές της Εκκλησίας την οποία αναγνωρίζει ως επικρατούσα εφόσον σέβεται και ευλαβείται καθετί που έχει σχέση με αυτή. Σε κάθε επίσημη εκδήλωσή της, η Πολιτεία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην παρουσία εκπροσώπων της Εκκλησίας και καλύπτει τις εκδηλώσεις αυτές με μανδύα θρησκευτικότητας. Ταυτόχρονα ενδιαφέρεται για τη διαπαιδαγώγηση των νέων αφού επιθυμεί η παιδεία που προσφέρει να είναι σύμφωνη με τις αρχές της επικρατούσας Εκκλησίας (8).

Παρά το μη διαχωρισμό, στο Σύνταγμα του 1975 έγιναν αρκετά βήματα προς την κατεύθυνση του θρησκευτικού αποχρωματισμού του Κράτους. Έτσι, ενώ το Σύνταγμα του 1952 ξεκινούσε με τις διατάξεις περί θρησκείας (άρθρα 1-2), το Σύνταγμα του 1975 ξεκινά με τις διατάξεις για τη δημοκρατική μορφή του Πολιτεύματος και τη λαϊκή κυριαρχία και μένει τρίτο το άρθρο για τις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας. Το Σύνταγμα του 1952 απαγόρευε τον προσηλυτισμό και κάθε άλλη επέμβαση κατά της επικρατούσας θρησκείας (άρθρ. 1 παρ. 2), ενώ το Σύνταγμα του 1975, πιο ουδέτερο, απαγορεύει τον προσηλυτισμό γενικά (άρθρ. 13 2 παρ. 3). Το Σύνταγμα του 1952 επέτρεπε την κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων μετά την κυκλοφορία για προσβολή μόνο της χριστιανικής θρησκείας (άρθρ. 14 3 παρ. α΄), ενώ το Σύνταγμα του 1975 την επιτρέπει και για προσβολή κάθε άλλης γνωστής θρησκείας (άρθρ. 14 3 παρ. α΄).

Επιπλέον, το Σύνταγμα του 1952 προέβλεπε ως αποστολή της παιδείας, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των νέων επί τη βάσει των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού (άρθρ. 16 παρ. 2), ενώ το Σύνταγμα του 1975 προβλέπει, πάλι πιο ουδέτερα, την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης (άρθρ. 16 2). Το Σύνταγμα του 1952 απαιτούσε για τον ανώτατο άρχοντα να πρεσβεύει τη θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας (άρθρ. 47, 51, 52), ενώ το Σύνταγμα του 1975 δεν επανέλαβε τέτοια ρύθμιση, προβλέπει όμως για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας θρησκευτικό όρκο (άρθρ. 33 2), ο οποίος πάντως δεν περιέχει την υπόσχεση του ανώτατου άρχοντα να προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία των Ελλήνων (όπως προέβλεπε το Σύνταγμα του 1952, άρθρ. 43 παρ. 3). Το Σύνταγμα του 1952 προέβλεπε ορκωμοσία του ανώτατου άρχοντα ενώπιον και της Ιεράς Συνόδου (άρθρ. 43 παρ. 2), ενώ το Σύνταγμα του 1975 προβλέπει ορκωμοσία του Προέδρου της Δημοκρατίας μόνο ενώπιον της Βουλής (άρθρ. 33 2) (9).

Εκτός από τις παραπάνω νέες συνταγματικές ρυθμίσεις και ο νέος Καταστατικός Χάρτης του 1977 περιείχε ορισμένες καινοτόμες διατάξεις. Βασικό γνώρισμά του ήταν ότι έθεσε επί νέας βάσεως τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Σύμφωνα με το νέο νόμο, για πρώτη φορά η Εκκλησία της Ελλάδας αυτοδιοικείται στα πλαίσια των περί θρησκείας άρθρων του Συντάγματος δια των εν ενεργεία Μητροπολιτών (άρθρο 1). Σύμφωνα με την Εκκλησία ο νέος Χάρτης τοποθετεί τις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας επί της βάσης της συναλληλίας και ατονεί η αρχή της νόμω κρατούσης Πολιτείας. Επιπλέον, το βάρος της διοικήσεως της Εκκλησίας περιέχεται στην Ιερά Σύνοδο η οποία έχει το δικαίωμα να νομοθετεί δια της εκδόσεως κανονιστικών αποφάσεων περί της οργανώσεως και της εσωτερικής διοικήσεως της Εκκλησίας. Επίσης καταργήθηκε και ο θεσμός του Κυβερνητικού Επιτρόπου εις την Ιερά Σύνοδο (10). Τέλος με το νέο Καταστατικό Χάρτη η Εκκλησία ορίζεται ρητά πως αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

Στα χρόνια που παρήρθαν και από το Σύνταγμα αλλά και από τον Καταστατικό Χάρτη τροποποιήθηκαν ορισμένες διατάξεις. Στα θετικά υπολογίζονται τα ακόλουθα: Καταργήθηκε η απαλλαγή των κληρικών και των μοναχών από τη στρατιωτική τους υποχρέωση. Θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα αποτέφρωσης των νεκρών με νόμο. Η έκδοση πάντως, του σχετικού διατάγματος καθυστέρησε και η σχετική ρύθμιση δεν έχει ακόμη εφαρμοσθεί. Καταργήθηκε η εμπλοκή του επιχώριου Μητροπολίτη στην αδειοδότηση ναών και ευκτήριων οίκων. Απαγορεύθηκε η εξομολόγηση μαθητών στα σχολεία. Αντίθετα, παραμένει υποχρεωτική η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών. Τέλος, η ελληνική πολιτεία ανέλαβε την ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα, ιδίαις δαπάναις.

Τι θα πρέπει όμως να αλλάξει στο Σύνταγμα για να επιτευχθεί ο πλήρης διαχωρισμός Εκκλησίας-Πολιτείας; Πρώτον, θα πρέπει να απαλειφθεί η προμετωπίδα του Συντάγματος και να τροποποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 2, περί ορκωμοσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, και του άρθρου 59 παρ. 1, περί ορκωμοσίας των βουλευτών, ώστε να παύσει να εμφανίζεται το πολίτευμά μας ελέω Θεού (11). Δεύτερον, θα πρέπει να καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 περί προσηλυτισμού. Τρίτον, θα πρέπει να καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 περί ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης. Τέλος, θα πρέπει να τροποποιηθεί η ρύθμιση του άρθρου 3, περί επικρατούσας θρησκείας, ώστε να καταστεί αυτονόητο ότι ένα δημοκρατικό Σύνταγμα δεν είναι δυνατόν να ευνοεί το θρησκευτικό χρωματισμό του Κράτους και των θεσμών του (12).

Συμπερασματικά, τις ριζικές θεσμικές αλλαγές που χρειάζονται στη σχέση Κράτους - Εκκλησίας όπως φαίνεται από την πραγματικότητα κανένα από τα μεγάλα κόμματα δεν είναι διατεθειμένο να προωθήσει. Στο νεοελληνικό κράτος οι θρησκευτικοί ρόλοι και θεσμοί υποτάχτηκαν στους αντίστοιχους πολιτικούς. Ο Διοικητικός Χάρτης της Εκκλησίας του 1833 επηρεασμένος από την γερμανική προτεσταντική παράδοση έθεσε την Εκκλησία κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του κράτους, Από τότε η υποδεέστερη αυτή σχέση δε μεταβλήθηκε. Η Εκκλησία λειτουργεί λίγο πολύ ως ένας διοικητικός κλάδος του κράτους. Βέβαια ο Καταστατικός Χάρτης του 1977 ενίσχυσε λίγο την εκκλησιαστική αυτονομία. Με βάση το νέο αυτό νομικό πλαίσιο οι επεμβάσεις της Πολιτείας δεν μπορεί να είναι αυθαίρετες όσο στο παρελθόν, αλλά δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία απαλλάχτηκε από τον κρατικό εναγκαλισμό.

Από το γεγονός ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εκκλησιαστικής περιουσίας παραμένει ασαφές μέχρι του ότι οι ιερείς είναι δημόσιοι υπάλληλοι, η διοικητική διαφοροποίηση παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Εξάλλου η πελατειακή νοοτροπία και ο άκρατος φορμαλισμός βλέπει κανείς να μεταφέρονται αυτούσια λίγο-πολύ στους διοικητικούς μηχανισμούς της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος υποσκάπτει την αυτονομία της κοινωνίας των πολιτών και στο θρησκευτικό χώρο, ένα χώρο που λογικά θα πρέπει να είναι απαλλαγμένος από την κομματικό-κρατική λογική του ρουσφετιού. Βεβαίως η ίδια η αυταρχική οργάνωση και η εσωστρέφεια της εκκλησιαστικής ιεραρχίας με τη μείωση του κρατικού ελέγχου μπορεί να χειροτερέψει τα πράγματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αναζωογόνηση της Εκκλησίας χρειάζεται όχι μόνο απαγκίστρωση από τον κρατικό Λεβιάθαν αλλά και εσωτερική μεταρρύθμιση. Δηλαδή μια πιο ανοιχτή Εκκλησία όπου το λαϊκό στοιχείο θα έχει μεγαλύτερη συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων (13). Στην πραγματικότητα όλοι αυτοί που μάχονται για τη διατήρηση του διοικητικού status quo νοιάζονται περισσότερο για τη διατήρηση προνομίων και τη διαιώνιση οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων που η παρούσα κατάσταση έχει δημιουργήσει παρά για τη διατήρηση της παράδοσης (14).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ στο Γ. Καραγιάννης. Εκκλησία και Κράτος. Το Ποντίκι 1997, σελ 184.

2. Γ. Σωτηρέλλης. Η συνταγματική αναθεώρηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία; στο http://www.neosyntagma.gr/?cat=13.

3. Πιθανότατα γιατί όπως ανέφερε στη Βουλή ο βουλευτής της ΝΔ Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: Η θρησκεία είναι το κυριότερο των ιδανικών μας. Πρακτικά των συνεδριάσεων της ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975. Βουλή των Ελλήνων Ε΄ Αναθεωρητική. Περίοδος Α΄, Σύνοδος Α΄, Αθήνα- Αύγουστος 1975 σελ 414.

4. Όλοι σχεδόν οι αρχιερείς παράβγαιναν στην περίοδο της 7ετίας ποιος θα προσφέρει περισσότερα στην τυραννία ανέφερε ο Απόστολος Κακλαμάνης στη Βουλή. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συνεδριάσεις ΡΕ΄ - ΡΛΒ΄, Τόμος 5ος. Αθήνα 1977, σελ 5040.

5. Ο Ιός. Ιερά Σταγονίδια. Ελευθεροτυπία. 20/09/1998.

6. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο εισηγητής της πλειοψηφίας Κωνσταντίνος Σερεπίσος: Πλήρης χωρισμός εκκλησίας και πολιτείας και δεν συμβιβάζεται προς τους μακρούς ιστορικούς δεσμούς του ελληνικού λαού προς την εκκλησίας, αλλά και ιδία, δια την δευτέραν είναι ασύμφορος. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συνεδριάσεις ΡΕ΄ - ΡΛΒ΄, Τόμος 5ος. Αθήνα 1977, σελ 5045.

7. Ι. Μ. Κονιδάρης Ο Τόμος (1850), η Πράξη (1928) και το Σύνταγμα, Γ΄-Δ΄ μέρος. Το Βήμα, 14/09/ 2008.

8. Νίκου Γ. Ζαχαρόπουλου. Ιστορία Σχέσεων Εκκλησίας Πολιτείας στην Ελλάδα, τ 1ος. Πουρνάρα 1985, σελ 77-8.

9. Ανέφερε ο Χαράλαμπος Καραπιπέρης εισηγητής της πλειοψηφίας: η άρσις της αμέσου συνταγματικής προστασίας υποδηλούται: α) Διά της απαλείψεως της Αγίας Τριάδας εν αρχή του Σχεδίου Συντάγματος β) Διά της μεταθέσεως των περί θρησκείας διατάξεων εκ του πρώτου εις το τέταρτο άρθρονγ) διά της απαλείψεως της συνταγματικής δεσμεύσεως όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρεσβεύει το ορθόδοξο δόγμα. δ) διά της απαλείψεως της συνταγματικής δεσμεύσεως όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προστατεύει την επικρατούσα θρησκεία των Ελλήνων. ε) Διά του αποχρωματισμού της Εθνικής Παιδείας από τας ιδεολογικάς κατευθύνσεις του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Πρακτικά των συνεδριάσεων της ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975. Βουλή των Ελλήνων Ε΄ Αναθεωρητική. Περίοδος Α΄, Σύνοδος Α΄, Αθήνα- Αύγουστος 1976, σελ 400 και Αλέξανδρου Σβόλου. Τα Ελληνικά Συντάγματα 1822-1952. Στοχαστής 1972, σελ 207-243.

10. Κρατική Εξουσία και Ορθόδοξη Εκκλησία. Μήνυμα 1995, σελ 178-0.

11. Γ. Σωτηρέλλης. Η συνταγματική αναθεώρηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία; http://www.neosyntagma.gr/?cat=13.

12. Γ. Σωτηρέλλης. Η συνταγματική αναθεώρηση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία; http://www.neosyntagma.gr/?cat=13.

13. Νίκος Μουζέλης. Η Θρησκευτική Διαμάχη. Θεμέλιο 2003, σελ 19.

14. Νίκος Μουζέλης. Η Θρησκευτική Διαμάχη. Θεμέλιο 2003, σελ 22-3.

 

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved