THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ 1976

 

Γράφει: Γιώργος ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΗΝΑ

 

ΜΕΡΟΣ Ι

(Εκδοση Ιουνίου 2012)

 

"Το πρόβλημα της Ελληνικής Παιδείας δεν είναι πόσοι θα εισαχθούν

εις τα ΑΕΙ, αλλά τι θα γίνει με τους αποφοίτους του Γυμνασίου" (1)

Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις όταν θεσμοθετούνται έχουν συνήθως πίσω τους μια μακρόχρονη ιστορία. Οι μεταρρυθμίσεις εκφράζουν μια ιστορική στιγμή και το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων τη στιγμή αυτή (2). Η θεσμοθέτησή τους έρχεται να αποτυπώσει μια γενικευμένη συνειδητοποίηση προβλημάτων και αναγκών, θεωρητικές αναζητήσεις, συγκεκριμένες μελέτες και διευκρινήσεις τεχνικών και παιδαγωγικών θεμάτων, αναμετρήσεις και συγκρούσεις κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, μια ολόκληρη σειρά κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραμέτρων.

Η ελληνική εκπαίδευση καθόλη τη διάρκεια της ελληνικής πολιτείας δεν έπαψε να αποτελεί αντικείμενο αναμέτρησης, ανάλογα με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της εκάστοτε εποχής. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και οι αντιμεταρρυθμιστικές εκστρατείες αποτέλεσαν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εκπαιδευτικής πολιτικής (3).

Ειδικότερα το θέμα της γλώσσας ήταν επιβαρυμένο από έναν ισχυρό κοινωνικό συμβολισμό, ο οποίος είχε κληρονομηθεί από τη μακρά παράδοση της αντίθεσης ανάμεσα στη γραπτή αττικίζουσα και την κοινή ομιλουμένη γλώσσα. Με αυτό τον τρόπο, το γλωσσικό ζήτημα υπήρξε ένα πρόσφορο πεδίο πάνω στο οποίο καλλιεργήθηκαν σοβαρές αντιπαραθέσεις ιδεών και συμπεριφορών σε κρίσιμες φάσεις ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας. Αιτία ήταν η επίμονη αναζήτηση ενός ενιαίου γλωσσικού οργάνου, προκειμένου να συγκροτηθεί μια εθνική παιδεία, καθώς και η συστηματική καλλιέργεια και προβολή της ομιλούμενης γλώσσας από νέες κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες επιχειρούσαν να διαχειριστούν με νέους όρους και με νέα γλώσσα τα ζητήματα της αγωγής και της αυτογνωσίας του έθνους.

Από τη στιγμή που ο δημοτικισμός άρχισε να αναπτύσσεται ως κίνημα στις αρχές του 20ου αιώνα εξελίχθηκε ταχέως σε κίνημα εκσυγχρονισμού. Διέθετε δηλαδή, και ως προς τα αιτήματά του και ως προς τους φορείς του, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σ' αυτό που γίνεται και σήμερα αντιληπτό ως εκσυγχρονισμός: κοινωνική κινητικότητα, χειραφετήσεις από αρχαϊκά πρότυπα ζωής, επιστημονισμός, αποσύνδεση όχι μόνο της εκκλησίας από το κράτος αλλά και της θρησκευτικότητας από τη θετική σκέψη, κοινωνική δικαιοσύνη, κτλ (4). Ταυτόχρονα, ο εκσυγχρονισμός έγινε συνώνυμο του εξευρωπαϊσμού (5).

Η τελευταία αντίδραση για την καθιέρωση της δημοτικής έλαβε χώρα το 1964. Ενώ η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου συζητούσε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, της οποίας ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά ήταν η διδασκαλία της δημοτικής, υποβλήθηκαν καταγγελίες στην Ιερά Σύνοδο για την αντεθνική και ανίερη συνωμοσία των απάτριδων και άθεων ανατροπέων της εθνικής μας παιδείας. Οι καταγγέλλοντες ζητούσαν τον αφορισμό του Ευάγγελου Παπανούτσου και την απαγόρευση των αντιθρησκευτικών βιβλίων. Για την καταγγελία η Ιερά Σύνοδος διόρισε Επιτροπή Αρχιερέων για τη διερεύνηση του περιεχομένου των συγγραμμάτων αυτών (6).

Μετά την πτώση της δικτατορίας, η ανάγκη για αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης έγινε πλέον πιεστική. Κατά την περίοδο της επταετίας είχαν συσσωρευτεί πολλά εκπαιδευτικά προβλήματα τα οποία παρέμειναν άλυτα, γι αυτό οι απαιτήσεις για εκπαιδευτική αλλαγή ήταν δυναμικές (7). Τα μεγάλα ποσοστά αναλφάβητων, η συσσώρευση χιλιάδων αποφοίτων της μέσης εκπαίδευσης χωρίς καμιά εξειδίκευση, αλλά και οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν για τη χώρα με την προοπτική της ένταξης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, επέβαλαν την ανάγκη εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης. Εξάλλου, η χρήση της καθαρεύουσας από τους δικτάτορες της αφαίρεσε και το τελευταίο απομεινάρι κοινωνικής χρησιμότητας (8).

Ήδη από το πρώτο καλοκαίρι της μεταπολίτευσης παρατηρήθηκε μια έντονη κίνηση για μια ουσιαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από όλες τις πολιτικές παρατάξεις (9). Η αντιλειτουργικότητα του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος κατέστη φανερή, αφού δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στον κατανεμητικό και ιδεολογικό του ρόλο (10). Εμβαθύνοντας την πολιτική μεταβολή, το αίτημα της εκπαιδευτικής αλλαγής εμφάνιζε μια πληθώρα λόγων, κοινωνικών, οικονομικών, τεχνικών, επιστημονικών, ψυχολογικών, που ζητούσαν βαθιές αλλαγές για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης (11).

Η κοινή απαίτηση για σωστή και πολύπλευρη εκπαίδευση διατυπώθηκε και στο νέο Σύνταγμα του 1975. Σύμφωνα με το άρθρο 16, η εκπαίδευση αποτελούσε βασική αποστολή στην ηθική, πνευματική, επαγγελματική, και φυσική αγωγή των Ελλήνων και στην ανάδειξή τους σε ελεύθερους και υπευθύνους πολίτες. Αποσκοπούσε επίσης στην ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησής τους. Στο ίδιο άρθρο διακηρύχτηκε ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες αυτής. Επιπλέον, τα έτη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης δεν μπορεί να ήταν λιγότερα από εννέα (12).

Το 1976 η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιχείρησε μια συνολική αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος (13). Στην ουσία η μεταρρύθμιση του 1976 θεσμοθετούσε τα βασικά αιτούμενα της αστικής, φιλελεύθερης μεταρρύθμισης που εκκρεμούσε από τις αρχές του αιώνα και είχε ήδη επιχειρηθεί να εφαρμοστεί σε διαφορετικές εκδοχές το 1917, το 1929 και το 1964. Η τελευταία μεταρρύθμιση είχε καταργηθεί από τη δικτατορία για να αναδυθεί κατά τη μεταπολίτευση από την παράταξη που ουσιαστικά είχε σταθεί δυναμικά απέναντί της 12 χρόνια νωρίτερα. Το ιστορικά πρωτότυπο στοιχείο της μεταρρύθμισης του 1976 ήταν ότι θεσμοθετήθηκε από το συντηρητικό κόμμα που ως τότε εναντιωνόταν σε αυτή την αλλαγή, ενώ η ίδια δεν ακυρώθηκε στη συνέχεια με μια αντιμεταρρύθμιση. Αντιθέτως οι αλλαγές του 1976 αποτέλεσαν το απαραίτητο υπόστρωμα για τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε το ΠAΣOΚ μετά την άνοδό του στην εξουσία.

Ήδη από τον πρώτο χρόνο η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε αρχίσει την προετοιμασία για την νομοθετική ρύθμιση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και την επίλυση διαφόρων εκπαιδευτικών προβλημάτων. Έγινε κατάλληλη προετοιμασία και μελέτη από ειδικές επιτροπές αρχίζοντας από την ιεράρχηση και τον προγραμματισμό των στόχων που έπρεπε να επιδιωχθούν και των προβλημάτων που έπρεπε να ρυθμιστούν. Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζε η κυβέρνηση τη μεταρρύθμιση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι συσκέψεις που προηγήθηκαν της ψήφισης των νόμων πραγματοποιήθηκαν υπό την προεδρία του ίδιου του Πρωθυπουργού, αφού όπως ανέφερε ο ίδιος: Είναι αναγκαίον να δοθεί λύσις εθνική εις το εκπαιδευτικόν θέμα (14).

Η πρώτη σύσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1976 στο Υπουργείο Παιδείας με θέμα τα μεταρρυθμιστικά μέτρα που έπρεπε να επιχειρηθούν. Η παρουσία του ίδιου του Πρωθυπουργού όσο και η σύνθεση των μελών της σύσκεψης (Πρυτάνεις πανεπιστημίων, πρόεδροι, ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, Ακαδημαϊκοί) φανέρωναν τη βαρύτητα της (15). Ανέφερε για αυτή ο υφυπουργός παιδείας: Η εκπαίδευση αποτελεί επένδυση πάγιου κεφαλαίου μια και δημιουργεί το απαιτούμενο για την οικονομική, κοινωνική, και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας ανθρώπινο δυναμικό (16).

Η συζήτηση επικεντρώθηκε σε δύο κύρια θέματα. Πρώτον, στο μεγάλο αριθμό υποψηφίων για τα ανώτερα τεχνολογικά ιδρύματα και δεύτερον στην οριστική λύση του γλωσσικού ζητήματος. Στη σύσκεψη αποφασίστηκε πως στο πρώτο θα δίνονταν λύση με την στροφή προς την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση, στόχο που ομόφωνα υποστήριξαν όλα τα μέλη της σύσκεψης. Σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα η απόφαση λήφθηκε με σχετική πλειοψηφία αφού από τα 10 μέλη της σύσκεψης τα δύο διαφώνησαν με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας ως αποκλειστικού οργάνου της ελληνικής πολιτείας και παιδείας.

Τα τελικά συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η σύσκεψη ήταν τα ακόλουθα: Αποφασίστηκε να καθιερωθεί σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης η δημοτική γλώσσα με βάση τη γραμματική του Μανώλη Τριανταφυλλίδη (17). Στο Γυμνάσιο θα διδάσκονταν αρχαία κείμενα από μεταφράσεις ενώ στο Λύκειο θα διδάσκονταν και η αρχαία γλώσσα. Ακόμη, για την καλλιέργεια της κλασικής παιδείας προβλέφθηκε να λειτουργήσουν ορισμένα ειδικά Κλασικά Λύκεια.

Επιπλέον, αποφασίστηκε ότι η υποχρεωτική εκπαίδευση θα γίνονταν εννιάχρονη (εξατάξιο Δημοτικό σχολείο, τριετές Γυμνάσιο). Μετά το Γυμνάσιο οι μαθητές και ύστερα από επιτυχή εξέταση θα μπορούσαν να εισάγονται στο τριετές Λύκειο ή σε τριετή Τεχνική Επαγγελματική Σχολή. Οι απόφοιτοι των Λυκείων θα μπορούσαν να εισάγονται κατόπιν πανελληνίων εξετάσεων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Αντίστοιχα οι απόφοιτοι των Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών θα εισάγονταν στις Ανώτερες Τεχνικές Επαγγελματικές σχολές. Με αυτό τον τρόπο θα ενθαρρύνονταν η στροφή προς στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση και θα περιορίζονταν ο αριθμός των αποφοίτων στην Ανώτατη Εκπαίδευση (18).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Γεώργιου Ράλλη. Άρθρα, Λόγοι, Συνεντεύξεις. Ερμείας 1977, σελ 111.

2. Μαρία Ηλιού. Εκπαιδευτική και Κοινωνική Δυναμική. Πορεία 1984, σελ 192.

3. Για τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και αντιμεταρρυθμίσεις του 20ου αιώνα περισσότερα στο Αλέξη Δημαρά. Η Μεταρρύθμιση που δεν Έγινε, τ 2ος . Ερμής 1975.

4. Για τη σχέση Δημοτικισμού και Σοσιαλισμού περισσότερα στο Παναγιώτης Νούτσος. Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, τόμος Β΄ μέρος Α΄. Γνώση 1994, σελ 165-6.

5. Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου. Γλώσσα, Εκπαίδευση και Πολιτική. Ολκός 1999, σελ. 179-181.

6. Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου. Γλώσσα, Εκπαίδευση και Πολιτική. Ολκός 1999, Δημοτικισμός και εξουσία σελ. 167-178

7. Andreas M. Kazamias. The Politics of Educational Reform in Greece: Law 309/1976. Comparative Education Review, Vol. 22, No. 1 (Feb., 1978), pp. 21-45.

8. Άννα Φραγκουδάκη. Η Γλώσσα και το Έθνος 1880-1890. Αλεξάνδρεια 2001, σελ 87.

9. P. K. Persianis. Values Underlying the 1976-1977 Educational Reform in Greece. Comparative Education Review, Vol. 22, No. 1 (Feb., 1978), pp. 51-59

10. Για παράδειγμα, κατά το σχολικό έτος 1972-73, το 45% των αποφοίτων δημοτικού δεν είχε εγγραφεί σε κάποιο μετα-υποχρεωτικό σχολικό τύπο, ενώ το 80% των υπολοίπων παρακολουθούσε το Γυμνάσιο και μόνο το 20% φοιτούσε σε τεχνικο-επαγγελματικά σχολεία. Ταυτόχρονα, οι ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ των μαθημάτων στα ωρολόγια προγράμματα του 1969 και του 1970 είχαν παραμείνει σχεδόν ίδιες με αυτές στα προγράμματα του 1930. Άννα Φραγκουδάκη. Η τεχνική εκπαίδευση και η μυθολογία της. Σύγχρονα Θέματα, 1979 τεύχος 4, σελ 9-22.

11. Θ. Χατζηστεφανίδη. Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης 1821-1986. Παπαδήμα 1986, σελ 304.

12. Το Σύνταγμα της Ελλάδας. Το Ποντίκι 1987, σελ 171.

13. Άννα Φραγκουδάκη. Η τεχνική εκπαίδευση και η μυθολογία της. Σύγχρονα Θέματα, 1979 τεύχος 4, σελ 9-22.

14. Πρακτικά Βουλής, Ολομέλεια, Συνεδριάσεις Θ΄ - ΡΚ΄, Τόμος 4ος. Αθήνα 1976, σελ 4017.

15. Ε. Χοντολίδου. Η Συζήτηση για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση. Αφοί Κυριακίδη 1987, σελ 20.

16. Βασίλειος Κοντογιαννόπουλος Υφυπουργός Παιδείας στο Σ. Μπουζάκης. Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσειςστην Ελλάδα. τόμ. Β΄, Gutenberg 1995, σελ 28.

17. S. V. Roberts. Greece Modernizing Its Schools. The New York Times, Sep 29, 1976, pp 52.

18. Σ. Μπουζάκης. Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσειςστην Ελλάδα. τόμ. Β΄, Gutenberg 1995, σελ 170

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved