THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

Για να γνωρίσουμε την Κύπρο και το λαό της

 Η Κύπρος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας  1571-1878

 

 

ΜΕΡΟΣ IΙ

Γράφει: Χάρης Κυπρίδημος

ΣΥΔΝΕΥ

 

β).  Οθωμανικοί θεσμοί διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης

 

Με την ολοκλήρωση της κατάληψης της Κύπρου, οι οθωμανικές αρχές έβαλαν γρήγορα σε λειτουργία το μηχανισμό της εισαγωγής στο νησί των οθωμανικών θεσμών διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης.  Οι μελετητές της ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σημειώνουν την τάση που επικρατούσε ανάμεσα στις οθωμανικές αρχές να εφαρμόζουν την τακτική μιας αυστηρής, ιεραρχικής  ρύθμισης του διοικητικού τομέα, και να υιοθετούν κανονισμούς που να διέπουν κάθε πτυχή της ζωής των πολιτών.  Ένα άλλο χαρακτηριστικό της οθωμανικής πολιτικής ήταν η ενθάρρυνση της ανάπτυξης του εμπορίου και των  συναλλαγών σ’ όλα τα εδάφη που κατακτούσαν. Αυτή την τακτική εφάρμοσαν οι Οθωμανοί και στην Κύπρο.  Η Λευκωσία, καθιερώθηκε η πρωτεύουσα μιας επαρχίας που περιλάβαινε την Κύπρο, τις παραλιακές περιοχές της ανατολικής Μεσογείου και τις περιοχές  νότια της οροσειράς του Ταύρου στην Ανατόλια.1

Όπως σ’ όλες τις νέες κατακτήσεις, έτσι και στην Κύπρο, η πρώτη ενέργεια των Οθωμανών ήταν η διεξαγωγή απογραφής του πληθυσμού, η κατάρτιση φορολογικών καταλόγων, και η εφαρμογή της πολιτικής της  αναγκαστικής εγκατάστασης στο νησί εποίκων, φερμένων από τη Μικρά Ασία.  Οι οθωμανικές αρχές  ενδιαφέρονταν να αυξήσουν τον πληθυσμό του νησιού γιατί έτσι θα αυξανόταν η οικονομική του βιωσιμότητα και επομένως το φορολογικό εισόδημα του Σουλτάνου. Η πολιτική της αναγκαστικής εγκατάστασης εποίκων στην Κύπρο βασίστηκε στην αρχή της επιλογής ανθρώπων διαφόρων επαγγελμάτων, τεχνιτών και χειροτεχνών, για να ενθαρρυνθεί η παραγωγή αγαθών στο νησί και να υποβοηθηθεί έτσι η  οικονομική του ανάπτυξη.2  Άλλοι όμως μελετητές, όπως ο George Hill, υποστηρίζουν ότι το διάταγμα για τη μεταφορά  εποίκων στο νησί, καθόριζε τις τάξεις από τις οποίες έπρεπε οι έποικοι να επιλεγούν. «They included peasants who are in straitened circumstances, peasants with a bad reputation, peasants who are not registered in the census of the vilayets, “roughs” who have no work and are unmarried, certain artisans from the towns, etc».

Παρά τα κίνητρα που προσφέρθηκαν στους έποικους για να ενθαρρυνθεί η μετακίνησή τους στην Κύπρο – απαλλαγή από φορολογικές υποχρεώσεις για τρία χρόνια, απαλλαγή απ’ την πληρωμή της δεκάτης (κατακράτηση του 1/10  της παραγωγής) για δυο χρόνια, – οι  τουρκικές αρχές δεν κατάφεραν να συμπληρώσουν τον αριθμό των εποίκων που προόριζαν για την Κύπρο.  Από τις δώδεκα, περίπου, χιλιάδες οικογένειες που σχεδίαζαν να εγκαταστήσουν στο νησί, μόνο οκτώ χιλιάδες δέχτηκαν τελικά να μεταφερθούν. Κοντά σ’ αυτούς που μεταφέρθηκαν στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση απ’ τις περιοχές της Ανατόλιας και της Ρουμελίας, προστέθηκαν και οι άντρες του  στρατού εισβολής που επέλεξαν να εγκατασταθούν στο νησί μόνιμα, αφού, με σουλτανικό διάταγμα, τους παραχωρήθηκε γη και άλλα ενθαρρυντικά  κίνητρα.   

Υπάρχουν ωστόσο και οι ιστορικοί εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ένα μέρος του τουρκικού πληθυσμού της Κύπρου προέρχεται από Έλληνες και Φράγκους κάτοικους του νησιού, που δέχτηκαν να εξισλαμιστούν για ν’ αποφύγουν τις διώξεις των κατακτητών.  Ένας απ’ αυτούς, ο Σταύρος Παντελή, επικαλείται διάφορες μαρτυρίες και σημειώνει:

In addition, the Turkish population of Cyprus originated from the Franks and to a smaller extent from the Greeks, who in order to escape the massacre or enslavement which followed the Turkish conquest of the island adopted  Islam in order to enjoy greater quiet but continued secretly to observe the numerous customs of the Greek Orthodox  Church.  These were often called renegades, crypto Christians, or were simply known as linobambakoi (linen – cottoners).3

«Ο Νίβεν Κερ», προσθέτει ο Παντελή, «Βρετανός πρόξενος στην Κύπρο, σ’ ένα γράμμα του στον Σερ Στράτφορντ Κάννινγκ στις 4 του Ιούνη 1864, παρατηρεί ότι υπάρχουν μερικά χωριά των οποίων οι κάτοικοι, παρόλο που υποκρίνονται τους μουσουλμάνους, κρυφά ασπάζονται την ελληνική θρησκεία και παρακολουθούν τις λειτουργίες της  ορθόδοξης  Εκκλησίας».

Αυτό, όμως, που είναι σημαντικό για την ιστορία της Κύπρου, είναι  ότι με τη μόνιμη εγκατάσταση στο νησί μεγάλου αριθμού ανδρών του στρατού εισβολής και τη μεταφορά Τούρκων εποίκων από τη Μικρά Ασία, άλλαξε αισθητά, για πρώτη φορά στην ιστορία του, η σύνθεση του κυπριακού πληθυσμού. Από δω και πέρα, το τουρκικό στοιχείο στην Κύπρο αποτελούσε ένα αξιόλογο, αριθμητικά,  κομμάτι του κυπριακού λαού, και προοριζόταν να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην παραπέρα διαμόρφωση της  πολιτικής ζωής του νησιού.  Από δω και πέρα, το στοιχείο αυτό, έμελλε να επηρεάσει αποφασιστικά την πορεία της Κύπρου μέσα στην ιστορία.  Οι Τούρκοι έποικοι, κι όσοι από το στρατό εισβολής επέλεξαν να μείνουν στην Κύπρο, εγκαταστάθηκαν στις πιο εύφορες περιοχές του νησιού: στην περιοχή του λεκανοπεδίου του Μόρφου, στην περιοχή της Μεσαορίας, στις παραλιακές περιοχές από τη Λάρνακα μέχρι τη Λεμεσό, και από κει μέχρι την Πάφο και την Πόλη της Χρυσοχούς.  

Κύριο συστατικό της οθωμανικής διοικητικής πολιτικής ήταν το σύστημα του διαχωρισμού των λαών της αυτοκρατορίας σε κοινότητες,  πάνω στη βάση  των θρησκευτικών τους θεσμών.  Το σύστημα αυτό, (the Millet System) επέτρεπε στους λαούς της οθωμανικής επικράτειας «να διατηρούν και να χρησιμοποιούν τους δικούς τους νόμους και θεσμούς,  και να ρυθμίζουν μόνοι τους την κοινωνική τους συμπεριφορά κάτω από τον έλεγχο  των θρησκευτικών τους ηγετών». Το σύστημα Millet καθιερώθηκε τελικά σαν «μια πρωταρχικής σημασίας αυτοκρατορική διοικητική και νομική δομή».  Με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε στο σημείο, που οι μη Μουσουλμάνοι υπήκοοι, «στις συναλλαγές τους με τις αρχές, έπρεπε ν’ απευθύνονται σ’ αυτές μέσα από τους θρησκευτικούς τους ηγέτες, οι οποίοι, με τη σειρά τους, ήταν υπόλογοι στο σουλτάνο και τους  αξιωματούχους του και υπεύθυνοι για τη συμπεριφορά των ομόθρησκών τους πολιτών, την πληρωμή των φόρων  και την τήρηση των υποχρεώσεών τους απέναντι στην πολιτεία». 4

Ύστερα από την εγκαθίδρυση της τουρκικής διοίκησης στην Κύπρο, οι τουρκικές αρχές επικέντρωσαν την προσοχή τους στη λήψη μέτρων για την εξασφάλιση της νομιμοφροσύνης του λαού, και στην καταβολή κάθε προσπάθειας για να κερδισθεί η εμπιστοσύνη του πληθυσμού προς τη νέα διοίκηση.  Με διάταγμά του προς τους διοικητές του νησιού, ο Σουλτάνος Σελίμ Β΄ τους ζητούσε «να συμπεριφέρονται στο λαό δίκαια, να τους προστατεύουν στα δικαστήρια, στην πληρωμή των φόρων και σ’ όλες τις άλλες τους συναλλαγές με τις αρχές, έτσι που να βοηθηθούν να αναπτυχθούν, και σε σύντομο χρονικό διάστημα να προοδέψουν».

Πριν αναχωρήσει από την Κύπρο για την Κωνσταντινούπολη, ο Λαλά Μουσταφά-πασάς, ύστερα από οδηγίες που πήρε από το Σουλτάνο, φρόντισε να οργανώσει τη νέα διοίκηση και το φορολογικό σύστημα του νησιού.  Κύρια χαρακτηριστικά της τουρκικής διοίκησης ήταν:

α) η κατάργηση της δουλοπαροικίας και του συστήματος των τιμαρίων, και η παραχώρηση στους κατοίκους του νησιού του δικαιώματος να ενοικιάζουν ή να αγοράζουν γη και να την καλλιεργούν για λογαριασμό τους.

β) η πλήρης αποκατάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου και η αναγνώρισή της σαν της επίσημης Εκκλησίας των Ελλήνων κατοίκων του νησιού.

Η εξέλιξη αυτή, επέτρεψε στον κυπριακό λαό να καλλιεργήσει ελεύθερα τις  θρησκευτικές του συνήθειες, γεγονός που ενέργησε θετικά στη  διαφύλαξη της εθνικής του  συνείδησης και της πολιτισμικής του παράδοσης.  Ωστόσο, παρά τις σημαντικές και φιλελεύθερες, σε σύγκριση με προηγούμενες εποχές, παραχωρήσεις  των οθωμανικών αρχών προς τους υπόδουλους κύπριους, οι Έλληνες ορθόδοξοι της Κύπρου δεν απολάμβαναν τα ίδια δικαιώματα και τα ίδια προνόμια που απολάμβαναν οι Μωαμεθανοί κάτοικοι του νησιού.

Οι περιπτώσεις της βίαιης μετακίνησης των  ελληνικών κοινοτήτων που ζούσαν εντός των τειχών των πόλεων – όπως  για παράδειγμα η περίπτωση της έξωσης των Ελλήνων της Αμμοχώστου από το εσωτερικό της πόλης και η  μετακίνησή τους έξω από τα τείχη – αβάστακτη φορολογία και η μεροληπτική απονομή της δικαιοσύνης, αποτελούν απτά παραδείγματα της πολιτικής της άνισης  μεταχείρισης των Ελλήνων της Κύπρου από τις οθωμανικές αρχές.  «Yet,» γράφει ο Hill, «although the Famagustans remained for a time apparent owners of their houses, in 1573–4 all Christians were turned out of the city and settled in the new suburb of Varoshιa».65   Και παρακάτω προσθέτει:  «Some Janissaries» (σώματα του τουρκικού στρατού, οι γνωστοί Γενίτσαροι) «have been interfering with the population, contrary to the Sacred Law, taking away the sons and daughters of rayahs, pretending that they are slaves whom they had captured at the fall of Nicosia and who had escaped».5

Έτσι, οι ελπίδες των Κυπρίων για μια πιο ανθρώπινη μεταχείριση κάτω από τους νέους κατακτητές, και οι προσδοκίες τους για μια πιο δίκαιη κατανομή των αγαθών μέσα στο νέο σύστημα παραγωγής και ιδιοκτησίας, αποδείχτηκαν οικτρές ψευδαισθήσεις κι απατηλές απαντοχές. Γιατί από δούλοι των φεουδαρχών στην εποχή των Βενετσιάνων και των Φράγκων – και των Βυζαντινών πρωτύτερα – μετατράπηκαν τώρα οι Κύπριοι, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Τούρκοι που επέλεξαν να κατοικήσουν στην Κύπρο, σε αιχμάλωτους της άγριας φορολογίας, της διαφθοράς και της αρπακτικότητας των Τούρκων αξιωματούχων, κι όπως θα δούμε στη συνέχεια, και των ιεραρχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου.

Κάτω από την τουρκική διοίκηση η γη έπαψε να αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία των φεουδαρχών, και μετατράπηκε σε αποκλειστική ιδιοκτησία του Σουλτάνου, που τη νοίκιαζε ή την πουλούσε στον αγροτόκοσμο του νησιού. Ωστόσο, το δικαίωμα που απόκτησαν οι αγρότες να κατέχουν γη, να τη δουλεύουν για λογαριασμό τους  και να απολαμβάνουν οι ίδιοι τα αγαθά του μόχθου τους, δεν είχε καμιά ουσιαστική σημασία ή έννοια.  Με τη μέθοδο της φορολογίας, η τουρκική διοίκηση και οι θεσμοί της, καταλήστευαν το λαό, Έλληνες και Τούρκους, αρπάζοντάς του, πολλές φορές με την απειλή και τη βία, τον καρπό του ίδρωτα και του μόχθου του.  Σχολιάζοντας τη φορολογική πολιτική της τουρκικής διοίκησης της Κύπρου και υπογραμμίζοντας την έκταση της απληστίας και αρπακτικότητας των νέων κατακτητών, ο Δώρος Άλαστος σημειώνει:

Both for administration and taxation purposes the community was divided into tow parts:- Mohammedans,  i.e. Turkish officials, soldiers and settlers, and Rayahs.  All the Christians were reduced indiscriminately to the category of Rayah i.e. into second class citizens devoid of political rights. (The word “rayah” means flock                                            or herd and adequately expresses political implications inherent in the term.)  All the Rayahs from the age of 14 to 60 were made to pay an annual capitation tax or kharaj for the liberty of practicing their religion, which was earmarked for the imperial treasury in Constantinople and also a military exemption tax. 6  

Ο Άλαστος συνεχίζει, και με ζωηρές εικόνες περιγράφει το βαθμό της κατάχρησης και του σφετερισμού του λαϊκού μόχθου από τους Τούρκους αγάδες και τους άλλους αξιωματούχους της τουρκικής διοίκησης.   

There were, in addition, land taxes, taxes on salt, customs duties, special district or area taxes for the maintenance of civil officials, other area taxes for the pay of Turkish garrisons, rents for water such as in the Episcopi and Lefka areas, and, of course, tithes on agricultural produce.  These taxes, as was the custom under Republican Rome, were  farmed out to individuals or, more accurately, auctioned off, and the highest bidder would acquire the right to collect the revenue.  He expected, of course, to make a good profit. Swarms of Aghas descended on Cyprus as tax farmers and the machinery of exploitation was set in motion. 7

Έτσι, η κατάργηση από τους Τούρκους, του θεσμού της δουλοπαροικίας και η παραχώρηση στους κατοίκους του νησιού προνομίων χειραφετημένων πολιτών αχρηστεύθηκαν, γιατί οι μηχανισμοί της οικονομικής εξαθλίωσης του λαού μέσα στο δουλοπαροικιακό σύστημα παραγωγής αντικαταστάθηκαν τώρα με τους μηχανισμούς της βαριάς και αθέμιτης φορολογίας, και της αρπακτικής ασυδοσίας των αγάδων και των μεγαλογαιοκτημόνων. Ο Άλαστος συμπληρώνει:

Whatever the profession of the Sultan, and whatever the value of the privileges granted to the Cypriots were, they were soon nullified by the economic grind of official and unofficial taxation. The administration was neither honest nor efficient, and, above all, indifferent to the plight of the people. Added to this, there was the constant oppression of the local wealthy Aghas and landowners. They belonged to the ruling caste, they represented the economic and political power in the land and could place themselves above the law, persecute, terrorize, rob or head indignities upon their unfortunate Christian neighbours, the infidels, and also, at times, upon the poor Moslem settlers. 8

Ο Sir Anthony Sherley που επισκέφτηκε την Κύπρο λίγα χρόνια ύστερα από την τουρκική κατάκτηση, περιγράφει τη βαρβαρότητα των νέων κατακτητών και σημειώνει την οικονομική αθλιότητα του κυπριακού λαού και την πολιτισμική ερήμωση του νησιού.  Μέσα σε τριάντα χρόνια τουρκικής κατοχής,  «nothing was left» γράφει ο Sherley  «to answer the famous relation given by ancient histories of the Excellency of that island but the name only (the barbarousness of the Turk and time, having defaced all the monuments of antiquity) no shew of splendor, no habitation of men in fashion, nor possessors of the ground in a principality; but rather slaves to cruel masters, or prisoners shut up in divers prisons; so grievous is the burden of that miserable people, and so deformed is the state of that Noble Realm». 9          

Ο Ολλανδός, καθηγητής, Cotovicus που πέρασε από την Κύπρο το 1598 και το 1599, σκιαγραφεί, με έντονα χρώματα, την καταθλιπτική ερήμωση του νησιού απ’ τους κατακτητές και την καταστροφή της αρχαίας του κληρονομιάς και μεγαλοπρέπειας.  Όπως γράφει, βρήκε την Κύπρο «uncultivated, neglected, deserted.  Cities once famous and populous and full of stately buildings are now ruinous, squalid and thinly peopled: towns and villages lie desolate and forsaken, for it is the way of the Turk to lay waste city and field to destroy ancient splendour».10

Ο Κώστας Γραικός, στο βιβλίο του «Κυπριακή Ιστορία», αναφέρεται στην επιθυμία του Σουλτάνου Σελίμ Β΄ να απολαύσει ο λαός της Κύπρου μιας δίκαιης μεταχείρισης από τις τουρκικές αρχές – όπως εκφράστηκε στο διάταγμά του ύστερα από την κατάληψη του νησιού και σχολιάζει την «ευελιξία» και την «ελαστικότητα» της τουρκικής  πολιτικής απέναντι στο λαό της Κύπρου: 

Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι το ενδιαφέρον του Σουλτάνου προς τους σκλαβωμένους Χριστιανούς δεν εκδηλωνόταν από ευσπλαχνία, αλλά γιατί πίστευε ότι με τη σχετική ευημερία των σκλάβων θα είχε να παίρνει περισσότερα.  Δηλαδή οι Σουλτάνοι απομυζούσαν τις μάζες και παραστατικά μπορούμε να πούμε ότι τους ενδιέφερε το μαλλί τ’ αρνιού κι’ όχι το γδάρσιμό του γιατί τότε θα χάνανε τα ετήσια εισοδήματά τους. 11

 

Σημειώσεις:

1. Για πληροφορίες σχετικά με την επαρχιακή και διοικητική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βλ.  Stanford Shaw. “History of the Ottoman Empire and Modern Turkey”,  2 vols.  1: 121-122

2. Gengiz Orhonlu. “The Ottoman Turks Settle in Cyprus” Milletlerarasi Biringi Kibris Tetkikleri Kongresi  (The First International Cyprus studies Congress) [hereafter cited as MBKTK] (Ayyildiz Matbaasi, Ankara, 1971, p. 102.  See also, George Hill, A History of Cyprus, 4 vols. 4: 19.

3. Stavros Panteli.  A new History of Cyprus, p.28. See also Hill, A History of Cyprus, 4: 33, and 305 note 2. Στην Κύπρο, ο χαρακτηρισμός «λινοπάμπακος» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.  Γλωσσολογικά η λέξη περιγράφει ένα προϊόν – συνήθως ρούχο – κατασκευασμένο από λινό και βαμβάκι.  Πιο πολύ, όμως, ο ορισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που δεν έχει μια σταθερή γνώμη για κάτι, και που μια λεει ή υποστηρίζει το ένα και την άλλη το άλλο.  Αυτός ακόμα και σήμερα, χαρακτηρίζεται σαν «λονοπάμπακος». 

4. Για μια πλήρη ανάλυση της οθωμανικής διοικητικής πολιτικής βλ. Halil Inalgik “Ottoman Policy and Administration of Cyprus after the conquest”, MBKTK. p.p. 59-77

5.  George Hill.  A History of Cyprus 4: 21

6.   Doros Alastos. Cyprus in History p. 262

7.   L. S. Stavrianos.  The Balkans since 1453 (Holt, Rinehart and Winston, New York, 1958) p.p. 114-120 and 217-245.  Also, Alastos. Cyprus in History p. 262.  Hill. A History of Cyprus, 4: 29

8.    Doros Alastos.  Ibid, p. 263

9.   Sir Anthony Shirley. Quoted by Alastos, ibid. 

10.  C.D. Cobham.  Excerpta Cypria. (Cambridge Univ. Press, Cambridge, 1908), p. 55

11.   Κώστας Γραικός. Κυπριακή Ιστορία, 2 τομ. (χωρίς εκδότη, Λευκωσία, 1980) 1: 167.

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT © 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved