THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ

H λαϊκή αντίδραση στην οικονομική

και πολιτική καταπίεση

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Μάιος 2011

Γράφει: Δρ Χάρης Κυπρίδημος

 

Η συνεχής και αυθαίρετη παραβίαση από την τουρκική διοίκηση της Κύπρου, των σουλτανικών  διαταγμάτων για το νησί,  η διαφθορά, η ηθική χρεοκοπία και η ανεξέλεγκτη  καταλήστεψη του κυπριακού λαού, προκαλούσαν, από καιρού σε καιρό, κοινωνικές αναταραχές που πολλές φορές εξελίσσονταν σε λαϊκές εξεγέρσεις και ένοπλες συγκρούσεις. Εφτά χρόνια ύστερα από την τουρκική κατάκτηση, και σαν αποτέλεσμα της αρπακτικής ασυδοσίας και της άγριας φορολογικής εκμετάλλευσης, εκδηλώθηκε η πρώτη ένοπλη εξέγερση των Κυπρίων, που αποφάσισαν να διεκδικήσουν με τα όπλα τα δικαιώματά τους.  Γράφει ο Κλεάνθης, Π. Γεωργιάδης:

 

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της τουρκικής κατάκτησης έγινε αντιληπτό πως για τους κατοίκους η κατάσταση δεν θα ήταν καλύτερη από πριν, αντίθετα θα χειροτέρευε εξ αιτίας της αρπακτικότητας των Αρχών, που εξουδετέρωνε  όπως είδαμε, κάθε τυχόν καλή διάθεση του Σουλτάνου να πάρει προστατευτικά μέτρα για συγκράτηση του πληθυσμού.  Όσες δε φορές η αρπακτικότητα αυτή έφτανε τα όρια της πραγματικής ληστείας, επαναστατούσαν για εξασφάλιση ανθρωπινότερης μεταχείρισης. Μια τέτοια στάση σημειώθηκε το έβδομο κιόλας έτος της κατοχής (1578) και ήταν τέτοιας έκτασης που σκοτώθηκε κι αυτός ο Μπεϋλέρμπεϋ από τους ίδιους τους Γενίτσαρους που κατακρατούσε για δικό του όφελος τους μισθούς  των. 1   

 

Μια άλλη αιματηρή εξέγερση ενάντια στη βαριά κι αβάσταχτη φορολογία, ήταν εκείνη που εκδηλώθηκε το 1765 ενάντια στον διοικητή της Κύπρου Τζιλ Οσμάν. Ο αυθαίρετος διπλασιασμός των φόρων, τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους Τούρκους κάτοικους του νησιού, προκάλεσε την οργή και την αγανάκτησή τους. Με παραστάσεις του Αρχιεπισκόπου Παϊσιου, πέτυχαν την αποστολή στο νησί αντιπροσωπείας του Μεγάλου Βεζίρη, που τελικά ακύρωσε την απόφαση του Τζιλ Οσμάν.  Ο αδίστακτος όμως Οσμάν, έστησε παγίδα στην αντιπροσωπεία, και προσπάθησε να τους δολοφονήσει, τόσο αυτούς όσο και τον Αρχιεπίσκοπο  και τους άλλους αξιωματούχους που τον επισκέφτηκαν στο σπίτι του για να του ανακοινώσουν την απόφαση του Βεζίρη.  Έμπιστοι του Οσμάν, υπονόμευσαν τα στηρίγματα του πατώματος του σπιτιού, που με το βάρος των συγκεντρωμένων κατάρρευσε με αποτέλεσμα  να πέσουν όλοι στο ισόγειο και πολλοί να τραυματισθούν.  Το πλήθος των συγκεντρωμένων που περίμεναν ν’ ακούσουν την απόφαση αντιλήφθηκαν τα εγκληματικά σχέδια του Οσμάν, και «έξαλλοι τον καταδίωξαν και τον κατακρεούργησαν, ενώ συγχρόνως λεηλάτησαν την περιουσία του και κατέστρεψαν ότι βρισκόταν στο Σεράϊο».

 

Ένας άλλος μελετητής της νεότερης ιστορίας της Κύπρου, ο Gordon Home, υποστηρίζει ότι η λαϊκή εξέγερση ενάντια στη ληστρική φορολογία του Τζιλ Οσμάν συνεχίστηκε και ύστερα από  τη θανάτωσή του και κράτησε σχεδόν δυο χρόνια.  Τελικά, και ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια του Βρετανού πρέσβη στην Κύπρο να μεσολαβήσει για την αποκατάσταση της ειρήνης, οι οθωμανικές αρχές της Κωνσταντινούπολης αναγκάστηκαν να επέμβουν στρατιωτικά για να επαναφέρουν στο νησί το νόμο και την τάξη. 2

 

Aκόμα σκληρότερη και πιο βάναυση ήταν η διοίκηση του Χατζή Μπεκκή Αγά, ενός μονόφθαλμου και εντελώς αγράμματου ξυλοκόπου, που με χίλιες δυο ραδιουργίες κατάφερε το 1777 να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό αξίωμα του Μουχασίλη της Κύπρου, 3  το οποίο διατήρησε μέχρι το 1784.  Η βαριά φορολογία που επέβαλε και τα σκληρά μέσα που οι άνθρωποί του χρησιμοποιούσαν για την είσπραξη των φόρων, προκαλούσαν συχνά την αγανάχτηση του λαού, που αναγκαζόταν, να καταφεύγει από καιρού σε καιρό στην  ένοπλη βία ενάντια στην άγρια εκμετάλλευση και την καταλήστεψη του μόχθου του.  Τελικά, και ύστερα από την επέμβαση του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών, ο Χατζή Μπεκκή Αγάς απολύθηκε από τη θέση του, και ο κίνδυνος μιας νέας, γενικευμένης αιματηρής εξέγερσης αποσοβήθηκε.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στις αναταραχές και τις εξεγέρσεις που προκαλούσαν η ανεξέλεγκτη φορολογία, η αρπαγή και η στυγνή καταπίεση, συμμετείχαν πάντοτε κι οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του νησιού, γιατί κι αυτοί, δίπλα στους Ελληνοκύπριους γείτονές τους, δοκίμαζαν, το ίδιο αγαναχτισμένοι, τη διαφθορά και  την εκμεταλλευτική ασυδοσία  της τουρκικής διοίκησης.  Σ’ ένα σημείωμά του γραμμένο κοντά στο τέλος της τουρκικής κατοχής της Κύπρου (1867) ο Βρετανός  υποπρόξενος στη Λάρνακα, M. Sandwith αναφέρεται στην οικονομική κατάθλιψη του νησιού και σημειώνει:

 

…both Musulmans and Christians have equal cause to be dissatisfied with the misadministration which, in these days of commercial activity, arrests the development of the resources of the island…I think that there can be no doubt that the evils which press equally upon Turks and Greeks are more intolerable than those of which the Greeks alone have cause to complain.

 

Η σταδιακή αποσύνθεση των οθωμανικών θεσμών διακυβέρνησης, στάθηκαν η κύρια αιτία των αναταραχών που παρατηρήθηκαν και σε άλλες κτήσεις της οθωμανικής επικράτειας όπως ήταν η Κύπρος.  Η οικονομική καταπίεση, συνδυασμένη με τις κοινωνικές διακρίσεις που επέβαλλε στους μη μουσουλμανικούς λαούς της Αυτοκρατορίας το σύστημα του θρησκευτικού διαχωρισμού των  υπηκόων, το σύστημα «Millet» όπως ήταν γνωστό, οδήγησαν τους  λαούς των κτήσεων αυτών  στην αναζήτηση διεξόδων μέσα στα  μηνύματα και τις φιλοδοξίες των εθνικιστικών κινημάτων που έκαμαν ήδη την εμφάνισή τους στις οθωμανικές περιοχές της Νότιας Ευρώπης.5  Ύστερα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830, άρχισε να καλλιεργείται και στη συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου η ιδέα, ότι η λύτρωσή τους απ’ τα  δεινά της υποδούλωσης, είναι αλληλένδετη με την εθνική αποκατάσταση του νησιού και την ένωσή του με τη Μητέρα Ελλάδα. 6

 

δ). Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου στην περίοδο της Τουρκοκρατίας

 

Τα προνόμια που παραχώρησε στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ο Σουλτάνος Μοχάμετ Β΄ ο Κατακτητής (1451-1481) παραχωρήθηκαν και στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου ύστερα από την κατάκτηση του νησιού από τους Οθωμανούς.  Έτσι, με την εμπέδωση της οθωμανικής εξουσίας στο νησί, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου αποκαταστάθηκε κι αναγνωρίστηκε από τις αρχές σαν η μόνη θρησκευτική αρχή  των Ελλήνων  κατοίκων του νησιού.  Αυτή  την ιδιότητα, η Εκκλησία της Κύπρου διατήρησε σ’ όλη τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής.  Η  αποκατάσταση της Εκκλησίας της Κύπρου στον  παλιό της εκκλησιαστικό ρόλο, επέδρασε θετικά στην προσπάθεια διατήρησης της θρησκευτικής και εθνικής συνοχής των Ελλήνων κατοίκων του τόπου.   Παράλληλα, επέτρεψε στην Εκκλησία να επεμβαίνει και να ασκεί την επιρροή της για να εμποδίσει τον εξισλαμισμό των χριστιανών.

 

Η αναγνώριση, από την άλλη, των Ελλήνων χριστιανών της Κύπρου σαν ένα «millet» ή έθνος, είχε σαν αποτέλεσμα την αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου του νησιού, εκτός από θρησκευτικό αρχηγό, και σαν εθνικό ηγέτη των Ελλήνων της Κύπρου, ή εθνάρχη. (Millet bashi).   Γύρω στα 1660, ο Αρχιεπίσκοπος και οι τρεις Μητροπολίτες, απόκτησαν, με σουλτανικό διάταγμα, την ιδιότητα των επίσημων εκπροσώπων των Ελλήνων Κυπρίων, και ο Αρχιεπίσκοπος, ειδικά, απόκτησε το προνόμιο να υποβάλλει, για υποθέσεις που αφορούσαν τους Έλληνες χριστιανούς του νησιού, απ΄ ευθείας υπομνήματα στη Μεγάλη Πύλη, χωρίς να ζητά την έγκριση των οθωμανικών αρχών της Κύπρου.   Ενενήντα χρόνια αργότερα, το 1754, και ύστερα από συνάντηση των τριών Μητροπολιτών με τον Μεγάλο Βεζίρη (Πρωθυπουργό) στην Κωνσταντινούπολη, ο Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου  και οι Μητροπολίτες, με δεύτερο σουλτανικό διάταγμα, διορίστηκαν υπεύθυνοι για την επιβολή και τη συλλογή των φόρων από τους χριστιανούς του νησιού.  «Με το διάταγμα αυτό», γράφει η Χατζηδημητρίου, «ο μεγάλος Βεζίρης, επικύρωνε, ανανέωνε και επεξέτεινε τα προνόμια της Εκκλησίας, και όριζε για τους επισκόπους να είναι κοτζαμπάσηδες και να αναγνωρίζονται πάλι, προστάτες και αντιπρόσωποι των ραγιάδων». 7

 

Πόσο «προστάτες των ραγιάδων» αποδείχτηκαν οι εκκλησιαστικοί ιεράρχες της Κύπρου από το αξίωμα του φοροθέτη και του φοροσυλλέκτη, ή πόσο δυνάστες κι’ αδίσταχτοι καταπιεστές, καταμαρτυρούν πλείστοι ερευνητές, Έλληνες και ξένοι, που ασχολήθηκαν με την ιστορία του νησιού εκείνης της περιόδου.  Ο όγκος των μαρτυριών που παραθέτουν οι μελετητές, απολήγει σε μια παραστατική σκιαγράφηση του βίου και της πολιτείας των εκκλησιαστικών ιεραρχών της Κύπρου εκείνης της εποχής, κι αμφισβητεί τον ισχυρισμό  ότι «οι κύπριοι ιεράρχες στάθηκαν στην πλειονότητά τους προστάτες του λαού». 8

 

Μια αντικειμενική εξέταση των  ιστορικών δεδομένων της περιόδου εκείνης, αποκαλύπτει με πλήρη σαφήνεια, ότι ύστερα από το διορισμό των εκκλησιαστικών ιεραρχών σε φοροθέτες και φοροεισπράκτορες για λογαριασμό των κατακτητών, η κάστα των Τούρκων αξιωματούχων έπαψε ν’ αποτελεί τον μοναδικό κακό δαίμονα των κυπρίων αγροτών και των κατώτερων κοινωνικών τάξεων του κυπριακού λαού. Η αβίαστη διερεύνηση των ιστορικών πεπραγμένων εκείνης της εποχής, εύκολα αποκαλύπτει ότι κοντά στους Μουχασίληδες και τους πασάδες, κοντά στους αγάδες και τους προύχοντες και τους φοροενοικιαστές, προστέθηκε τώρα και η κάστα των ορθόδοξων Ελλήνων ιεραρχών, που με σουλτανικό διάταγμα ανάλαβαν την ευθύνη της φοροθέτησης και της φοροσυλλογής.  Σχολιάζοντας τα καινούρια σενάρια που διαμόρφωσε ο διπλός ρόλος του Αρχιεπισκόπου της Κύπρου – ο ρόλος του θρησκευτικού ηγέτη των ραγιάδων ή Εθνάρχη, από τη μια, και ο ρόλος του Μουχασίλη ή φοροσυλλέκτη  για λογαριασμό των κατακτητών από την άλλη – ο Δώρος Άλαστος παρατηρεί:

 

This was a victory for national persistence. The Church leaders had acquired an official status and accordingly could fight more effectively for their people, but they became also directly responsible for the collection of taxes and indirectly for administration and the maintenance of law and order. It was a double-edged privilege. It could be used to reinforce the machinery of oppression and exaction or for fighting against it. Some of the ecclesiastical officials or their representatives did in fact do the former and, as tax farmers or gatherers, proved themselves as harsh as their Turkish colleagues, but on the whole, the higher clergy, though forced occasionally to compromise with and to placate the rulers, fought for their people with courage and perseverance. 9

 

Άλλοι ιστορικοί, πιο επικριτικοί του τρόπου μεταχείρισης από τους  ορθόδόξους ιεράρχες στο νέο τους ρόλο του καταρημαγμένου απ’ τη βαριά φορολογία κυπριακού λαού, δίνουν τις δικές τους ερμηνείες γύρω από τις μεθόδους που αυτοί χρησιμοποιούσαν για να καταληστεύουν το λαό και να θησαυρίζουν σε βάρος του.  Ο ιστορικός  Philip Newman σημειώνει:

 

Cyprus was the only province of the Turkish Empire in which the bishops thus became the virtual rulers of the people, and for a quarter of a century their position was unchallenged. But the power, which the bishops had obtained, led to their undoing. In consequence of the large sums of money, which passed through their hands, they amassed great wealth and adopted a princely style of living, in great houses with crowds of attendants. The archbishop was looked upon by Christians and Moslems alike as the real governor of the island. 10

 

Και συνεχίζει, για να εξηγήσει τις πηγές της δυσανασχέτησης και των παθών που αρχίνησαν να αναπτύσσονται στη συνείδηση των Τούρκων διοικητών του νησιού ενάντια στους εκκλησιαστικούς ιεράρχες:

 

Such a position naturally caused deep resentment among the leading Turks, who felt that their position as conquerors of the island was being reversed. Eventually the discontent of the Turks came to a head in an abortive rising, which was the prelude to the final catastrophe.

 

O Newman, ολοκληρώνει τα σχόλιά του για το ρόλο της Εκκλησίας τόσο στη διοίκηση του νησιού όσο και στη φοροσυλλογή, υπογραμμίζοντας τη στενή συνεργασία της εκκλησιαστικής ιεραρχίας με την τουρκική διοίκηση στο μοίρασμα των φόρων:       

 

Since the official recognition of the bishops as the representatives of the rayahs, the power of the archbishop of Cyprus increased.  Not only did the muhassil consult him as to the amount of taxation, which was possible, but he also engaged his help in collecting it. The archbishop had of course, also to collect his own revenues from the same sources, so that the question arose of dividing the available money between the Church and the government.  This led to an alliance between the archbishop and the governor, in which each side relied on complaint to the Porte to settle any dispute over the division of the revenue.       

 

Ένας ταξιδιώτης εκείνης της εποχής, ο Ali Bey al Abbasi, που επισκέφτηκε την Κύπρο από τις 7 του Μάρτη μέχρι τις 12 του Μάη του 1804, αναφέρεται στο σύστημα της φορολογικής εκμετάλλευσης που οι τουρκικές αρχές, σε αγαστή συνεργασία με τους εκκλησιαστικούς ιεράρχες, έστησαν σε βάρος του κυπριακού λαού, Ελλήνων και Τούρκων.  Γράφει, λοιπόν, ο Αlid Bey:

 

The Greeks pay their bishops tithe and first fruits, fees on dispensations and others, and large voluntary offerings. These princes of the Church receive the imposts assessed on the community so as to pay to the Turkish government its annual claim, and to share with it a kind of monopoly. The government has never succeeded in learning how many Greeks there are in the island.  They own to the total of thirty-two thousand souls: but well-informed persons raise this number to a hundred thousand.  Last year a commissioner was sent to make an exact enumeration of the Greek families, bud he was ‘got at’, loaded with gold, and went away – his task unfulfilled. This handling of the taxes brings enormous gains to the spiritual heads of the people, who suffer in silence less a worse evil befall them.11

 

Ένας άλλος επισκέπτης στην Κύπρο, ο Alexander Drummond, σχολιάζει το μέγεθος της απληστίας και της πλεονεξίας των εκκλησιαστικών ιεραρχών, που χρησιμοποιώντας κάθε τέχνασμα και κάθε δόλο μετατράπηκαν σε εμπόρους και μεταπουλητές, κι άρπαζαν από τον φτωχόκοσμο όσο πιο πολλά μπορούσαν ν’ αρπάξουν. Ο Drummond σημειώνει:

 

These stipends (i.e. those of the Archbishop and the Bishops) are very considerable in a country where living is so cheap, and so many fasts observed; yet the bishops have other expedients of making sums of money: they move from place to place as traders, without bestowing the least attention upon their charge; and frequently the archbishop raises general contributions under the deceitful veil of employing them in pious uses, or paying some extraordinary avanie, or special assessment of the Turks 12

 

O William Turner, ένας Βρετανός διπλωμάτης που επισκέφτηκε την Κύπρο το 1815 κι έμεινε στο νησί πάνω από ένα μήνα, παραθέτει τις δικές του εντυπώσεις για τη συμπεριφορά των ορθόδοξων αρχιερέων απέναντι στον θρησκόληπτο κυπριακό λαό, κι αποκαλύπτει τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να τον καταδυναστεύουν. Εκμεταλλευόμενοι τη θρησκοληψία και τη θεοφοβία του, του έπαιρναν το βιος και το μόχθο του υποσχόμενοι δεήσεις και προσευχές για την ψυχή του, για να του πάρουν, πριν πεθάνει, ότι άλλη περιουσία του είχε απομείνει  Γράφει ο Turner:

 

In short, these Greek priests, everywhere the vilest miscreants in human nature are worse than usual in Cyprus from the power they possess. They strip the poor ignorant superstitious peasant of his last para, and when he is on his deathbed, make him leave his all to their convent, promising that masses shall be said for his soul 13     

 

Σημειώσεις:

1.  Κλεάνθης, Π. Γεωργιάδης.  Ιστορία της Κύπρου, (Ζαβαλλή Λτδ, Λευκωσία, 1980) σ. 167

2.  Gordon Holms.  Cyprus Then and Now, (J. M. and Sons Ltd, London, 1960) p. 93 

3. Muhasil (= tahislar ).  Αρχιεισπράκτορας φόρων, που συχνά ενεργούσε ανεξάρτητα από τον κυβερνήτη.  Ένας μπορούσε να ήταν αρχιεισπράκτορας (Muhasil) μιας περιοχής   (Sunjak or Pashalik) ή κάποιου συγκεκριμένου είδους φόρου.  Βλ. Hill, The History of Cyprus, 4: 73, note 2. 

4. Quoted by Harry Luke, in:  The Making of Modern Turkey (Macmillan, London, 1936) pp 60-61

5. Peter Sugar and Ivo J. Lederer ed.  Nationalism in Eastern Europe, (Washington Univ. Press, Seattle, 1969)

6. Χρήσιμες ιστορικές πληροφορίες, αναφέρονται στο έργο του Απόστολου Βασιλακόπουλου, The Greek Nation 1453-1669.  English translation by Ian and Phania Meles (Rutgers Univ. Press, Brunswick, 1976).  See also Nikiforos Diamandouros et. al (ed),  Hellenism and the first Greek War of Independence 1821-1930, (Institute of Balkan Studies, Thessaloniki, 1976). 

7. Κάτια Χατζηδημητρίου.  Ιστορία της Κύπρου, σ. 239.

8. Γιώργος Γιωργής.  «Από την Πρώτη στη Δεύτερη Αγγλοκρατία 1191-1878».  Στο: Κύπρος. Ιστορία, Προβλήματα και Αγώνες του Λαού της, επιμ. Γιώργος Τενεκίδης – Γιάννος Κρανιδιώτης, σ. 121. 

9. Doros Alastos Cyprus in History, p. 274 

10. Phillip Newman.  A Short History of Cyprus, p. 188

11. Alibey al Abasi.  “Travels of Alibey” in C.D. Cobham: Excerpta Cypria 369.

12. Alexander Drummond.  “Travels through different cities of Germany, Italy, Greece, and several parts of Asia” in C.D. Cobham: Excerpta Cypria, p. 280. 

13. William Turner.  “ Journal of a tour in the Levant” Quoted by Stavros Panteli in A New History of Cyprus p. 32.

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT © 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved