Βαθύτερα τα αίτια της κόντρας ΗΠΑ - Τουρκίας

Σεπτέμβριος 2018

Νέα στοιχεία κλιμάκωσης καταγράφει η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με την Τουρκία, την ίδια ώρα που γίνονται και κινήσεις, οι οποίες υποδηλώνουν το παζάρι που κάνει η κυβερνώσα παράταξη τόσο με τους παραδοσιακούς της συμμάχους ΗΠΑ - ΕΕ, όσο και με τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες, αξιοποιώντας τις σχέσεις με την Τουρκία και επιχειρώντας να καλύψουν τα όποια «κενά» αφήνουν οι ΗΠΑ, έχουν συμφέρον από ένα «ρήγμα» στη Νατοϊκή συμμαχία και θέλουν να κατοχυρώσουν τις θέσεις των δικών τους εμπορικών ομίλων στην ευρύτερη περιοχή, για τον έλεγχο αγορών, Ενέργειας, αγωγών μεταφοράς της, σφαιρών επιρροής.

Το τελευταίο επεισόδιο στην αμερικανο-τουρκική κόντρα είναι η ανακοίνωση της τουρκικής κυβέρνησης, να προχωρήσει σε σημαντική αύξηση των δασμών σε εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων (π.χ. 140% για τα αλκοολούχα ποτά, 120% για τα οχήματα, 60% για τα φύλλα καπνού κ.ά.). Οπως δηλώνεται, αυτή είναι η απάντηση στην αύξηση των αμερικανικών δασμών στον τουρκικό χάλυβα (50%) και στο αλουμίνιο (20%) καθώς και στις κυρώσεις κατά των υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών της Τουρκίας για την υπόθεση του Αμερικανού πάστορα Αντριου Μπράνσον, που εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Παρότι η αντίδραση στα τουρκικά μέτρα ήταν από την πλευρά του Λευκού Οίκου μια προσπάθεια να μιλήσει για «αντίποινα και βήμα προς λάθος κατεύθυνση», ενώ αυτά των ΗΠΑ «έχουν να κάνουν με συμφέροντα εθνικής ασφάλειας», είναι φανερό πως πρόκειται για σαθρό επιχείρημα. Το οποίο μάλιστα έσπευσε να ενισχύσει ο Λευκός Οίκος μέσω της αντιπροσώπου του, Σάρα Σάντερς, η οποία τόνισε πως «οι τελωνειακοί δασμοί που επέβαλαν οι ΗΠΑ στον τουρκικό χάλυβα θα παραμείνουν σε ισχύ ακόμα και σε περίπτωση απελευθέρωσης του πάστορα», ενώ ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Στ. Μνούτσιν, προειδοποίησε για νέες κυρώσεις, επικαλούμενος τη μη απελευθέρωση του πάστορα.

Η υπόθεση αυτού του ευαγγελιστή κληρικού που ζει στην Τουρκία επί 25 χρόνια και αντιμετωπίζει την κατηγορία για συμμετοχή στην οργάνωση του ιμάμη επιχειρηματία Φετουλάχ Γκιουλέν με έδρα τις ΗΠΑ, στον οποίο αποδίδεται η απόπειρα πραξικοπήματος, είναι μόνο η αφορμή της όξυνσης των σχέσεων, ενώ οι αιτίες είναι πολύ βαθύτερες.

Εχουν σχέση με τη σύγκρουση συμφερόντων στη Μέση Ανατολή, την ανατολική Μεσόγειο, τη μοιρασιά στη Συρία, όπου έχει εισβάλει και η Τουρκία, τις σχέσεις στο ΝΑΤΟ που οξύνθηκαν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλη του 2016, τις σχέσεις με το Ιράν (όπου το τουρκικό κεφάλαιο έχει συμφέροντα στην Ενέργεια και άλλους τομείς και αντιδρά στην απόφαση των ΗΠΑ να αποσυρθούν από τη συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα).

Τον πιο καθοριστικό ρόλο παίζει βέβαια η προσέγγιση της Τουρκίας, ενός μέλους του ΝΑΤΟ, με τη Ρωσία σε μια σειρά από τομείς. Ξεχωρίζουν οι εξοπλισμοί με την πρόθεση αγοράς συστημάτων «S400», την ίδια ώρα που ζητά και αμερικανικά μαχητικά «F35» (των οποίων τελικά η πώληση «πάγωσε» με απόφαση του Κογκρέσου που ενέκρινε ο Πρόεδρος Τραμπ), οι συμφωνίες για τον αγωγό φυσικού αερίου «Τurkish Stream» και για το πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακουγιου.

Η τουρκική ηγεσία μιλάει για «οικονομικό πόλεμο» από τις ΗΠΑ, με δεδομένο ότι έχει να διαχειριστεί τις σοβαρές δυσκολίες στην οικονομία της (υποτίμηση του νομίσματος, αύξηση του χρέους, αυξημένος πληθωρισμός), η οποία, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, φαίνεται να βαίνει προς χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης ή ακόμη και να μπαίνει σε πορεία κρίσης.

Η ρευστή κατάσταση που έχει διαμορφωθεί προκαλεί ανησυχίες στην τούρκικη αστική τάξη, καθώς προσπαθεί να διασφαλίσει και να διευρύνει τα κεκτημένα της σε μια περιοχή (Συρία, Ιράκ, Ανατ. Μεσόγειο) όπου καταγράφεται σύγκρουση συμφερόντων με τις ΗΠΑ. Αυτό είναι το υπόβαθρο του σύνθετου παζαριού που διεξάγει η Τουρκία, με δεδομένο ότι και οι ΗΠΑ σε καμιά περίπτωση δεν είναι διατεθειμένες να «χαρίσουν» στην ανταγωνίστρια Ρωσία μια τόσο σημαντική δύναμη για το ΝΑΤΟ, όπως είναι η Τουρκία.